... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Μία συνέντευξη στη Μα.Πα.

afiste_me_banner_1

Η Δημοσιογράφος Μα. Πα. ήταν σαφής κι αρπαγμένη:

«Τριάντα χρόνια στη δουλειά, δε δέχομαι από κανέναν παρατηρήσεις»,
τις δικές μου δηλαδή, ότι πετσόκοψε τις απαντήσεις μου αλλοιώνοντας το νόημα, ενώ σε μία περίπτωση, απουσίαζε ολόκληρο το κείμενο.

Αυτό λέγεται από μία άποψη και Δημιουργική Γραφή.
Ίσως και Δημιουργική Διαγραφή.

Απαίτησα να μη δημοσιευτεί στο έντυπο με το οποίο συνεργαζόταν μια μάπα συνέντευξη, όπερ και εγένετο. Τη δημοσιεύω στο Container στην αρχική της μορφή.

Μια συνέντευξη στη Μα.Πα. λοιπόν,
που δε δημοσιεύτηκε ποτέ.

Ευτυχώς.

 

[ * ]

1. «Αφήστε με να ολοκληρώσω» ο τίτλος του καινούριου σας βιβλίου, πιασάρικος το δίχως άλλο, μήπως όμως αλλού το πάτε το πράγμα;

Ναι, ίσως ο τίτλος του καινούριο μου βιβλίου να είναι πιασάρικος, δεν το αρνούμαι, όχι όμως για τις ανάγκες του μάρκετινγκ, αλλά γιατί προσπαθώ κι εγώ να καταλάβω για ποιό λόγο η χυδαία ελληνική έκδοση των τηλεοπτικών Windows έχει υιοθετήσει αυτή τη φράση–πασπαρτού στην κατακερματισμένη οθόνη, η οποία έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την κατακερματισμένη νεοελληνική μας πραγματικότητα.

Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο επέλεξα ως τίτλο του βιβλίου μου μια κραυγή, την κραυγή «αφήστε με να ολοκληρώσω», είναι διότι εκτός από αφορμή για έναν παραληρηματικό λόγο στα τηλεπαράθυρα, έχει μέσα της κι ένα μυστήριο. Είναι το μυστήριο των κλισέ, πολύ δημοφιλές στην ειδησεογραφική τηλεόραση, όπως για παράδειγμα η λέξη «υποβόσκει», η οποία ακόμα δεν ανακαλύφθηκε σε κανένα μα κανένα λεξικό ούτε και τί ακριβώς σημαίνει, ή όπως εξίσου μυστηριώδες κλισέ παραμένει πόσο μασίφ άραγε είναι το χαρτί, όταν «τα κτίρια καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι».

Αν το πάω αλλού το πράγμα; Ίσως έχετε δίκιο, αλλού να το πηγαίνω το πράγμα. Για να πω την αλήθεια, δεν είχα πρόθεση να παρασύρω τον αναγνώστη, αντιθέτως, ήθελα να του κρατήσω το χέρι σε μια συνοδοιπορία χωρίς δόλο κι ανταλλάγματα, μία «δωρεάν αντίδοση», όπως αναφέρει και η παράδοσή μας.

Βέβαια, ο τίτλος είναι και μια περιπαικτική παραίνεση από μένα για μένα, ένα κέρασμα στον εαυτό μου δηλαδή, που επέτρεψα σε μια δεκαετία να με χωρίσει από  το πρώτο μου βιβλίο, τον Νυχτερινό στο Βάθος. Αυτή μου η παραίνεση, λοιπόν, μου απαντά στο ερώτημά μου «Πού χάθηκες, Γιώργο, τόσα χρόνια»; Όπως βλέπετε, μόνος μου ρωτάω, μόνος μου απαντάω -λέτε αυτό να είναι κακό σημάδι;

 

2. «Η Θεσσαλονίκη του ’80 έχει παραμείνει στην μνήμη μου μια εικόνα μαγική. Μαγική και συγχρόνως μεταβατική», γράφετε στην αρχή της αφήγησής σας «Από το Degré Zerο ως το Berlin» και την αφιερώνετε στα παιδιά της δεκαετίας του ’70 και στην πόλη σας, η οποία «με εξαίρεση τον καταναλωτισμό, παραμένει όμορφη και η ζωή εντός της πάλλεται, δεν έπαψε ποτέ να δονείται». Αναρωτιέμαι, φύγατε ποτέ από την γενέθλια πόλη ή αποφασίσατε εκεί να μείνετε στη «δική σας» Θεσσαλονίκη;

Είμαι  γνήσιο παιδί της. Κάποτε, λειτουργούσα ως μπαγιάτης, βέρος δηλαδή Σαλονικιός που απεχθάνεται τις μετακινήσεις εκτός της αγαπημένης του πόλης. Την αγαπώ τη Θεσσαλονίκη. Εδώ γεννήθηκα κι εδώ μεγάλωσα, το ίδιο και οι τρεις περίπου γενιές της οικογένειάς μου πριν από μένα. Δεν έχω χωριό, αν και πολύ θα ήθελα να με δεχτεί κάποιο στο μέλλον, όπως δεν είχαμε ποτέ κι εξοχικό. Οι αναφορές μου δηλαδή ήταν πάντοτε αστικές.

Κάθε μέρα σ’ αυτή την πόλη καταδύομαι κυριολεκτικά και κάθε μέρα αναδύομαι σ’ εκείνη την πόλη που περιγράφω στο «από το Degré Zeroως το Berlin». Το αφιέρωσα σε όλους εμάς από το μακρινό ’70, τη γενιά μου, με τους οποίους υπήρξαμε συνοδοιπόροι εν γνώσει, αλλά κυρίως εν αγνοία μας. Αυτό το τελευταίο τώρα το καταλαβαίνω, από όλους όσους επικοινωνούν μαζί μου επειδή τους άγγιξε το κείμενο, επειδή τους συγκίνησε εκείνη η μεγάλη βόλτα που κάναμε όλοι μαζί δεμένοι νοερά μεταξύ μας, διότι στη διαδρομή «από το Degré Zero ως το Berlin» ανακάλυψαν ένα κομμάτι του δικού τους εαυτού.

Κατοικώόμως και στο σήμερα. Αρμονικά μέσα μου συμβιώνει ο χρόνος, ενεστώτας και αόριστος μαζί. Δεν ωραιοποιώ το παρελθόν, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι όταν αρχίζουν να μεγαλώνουν σε ηλικία και προσπαθούν να εξευμενίσουν το παρελθόν. Αν ήταν έτσι, δε βρίσκω τον λόγο για να απευθύνω ένα μήνυμα σε όλα τα παιδιά του κόσμου που έρχονται μετά από εμάς.

Μου αρέσει και τώρα αυτό που βλέπω μπροστά μου, χρειάζεται όμως κανείς να βλέπει τόσο με ρεαλισμό όσο και πέρα από τα επιφαινόμενα, να μην μένει στάσιμος σε μια μουσειακή αντίληψη, αλλά να βλέπει πέρα από τα προφανή, στη δυναμική των πραγμάτων. Και αν κάποιος δεν πρόλαβε, δεν πειράζει αν την έχασε αυτή τη βόλτα «από το Ντεγκρέ Ζερό στο Μπερλίν», σκεφτείτε ότι κάθε σήμερα του δίνω ραντεβού για όλες τις επόμενες βόλτες.

3. Με όλα αυτά τα «παιδιά», σήμερα συναντιέστε έστω και σπάνια ή τραβήξατε διαφορετικούς δρόμους;

Οι δρόμοι μας έγιναν όντως πολλοί και διαφορετικοί, καλό είναι αυτό, αλλά όχι και τόσο συχνά όσο θα θέλαμε τεμνόμενοι. Προσπαθούμε όσο μπορούμε να επικοινωνούμε και να βλεπόμαστε. Μια εκ μέρους μου προσπάθεια για να μην καταλήξουν οι δρόμοι μας από τεμνόμενοι παράλληλοι, η δική μου συμβολή ας πούμε στην σχέση μας με τα παιδιά, είναι αυτό το βιβλίο:
στα παιδιά από τον ακατανόμαστο ελληνικό Στρατό στο «Πλοίο της Αγάπης»,
στα παιδιά από το σχολείο,
στα παιδιά στις συναυλίες στην κούτρα, στους «εφοπλιστές του Βουνού» δηλαδή,
στα παιδιά με τα γνήσια γυαλιά ηλίου ‘Περιπτερόπτικαλ’ που είναι  οι τσιγγάνοι «Πρίγκιπες της πλατείας Ελευθερίας»,
στα παιδιά του «
PlayBouzouki» στο κτήμα του Καραγκιόζη της κοινοτικής πλαζ Επανομής.

Ξέρετε, το βιβλίο, σε αντίθεση με τους άλλους τρόπους επικοινωνίας στην τέχνη, όπως η μουσική ή η εικόνα ας πούμε, έχει μια μοναδική ιδιαιτερότητα: κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, εκπέμπεται ένα μήνυμα από έναν μόνο πομπό και απευθύνεται σε έναν μόνο δέκτη. Δεν είναι δικό μου αυτό, αν και πολύ θα ήθελα να το είχα σκεφτεί εγώ. Μου το είχε επισημάνει ένας σπουδαίος άνθρωπος και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας μας, ο Τηλέμαχος Αλαβέρας.

Επομένως, αν το «Αφήστε με να Ολοκληρώσω» έχει βρει τον δρόμο του, τότε κι εγώ θα εξακολουθώ να τέμνω τον δικό μου δρόμο με εκείνον των παιδιών.

4. «Σκέψου ότι σήμερα και κάθε μέρα σου δίνω ραντεβού για τις επόμενες βόλτες στην πόλη, γιατί σήμερα είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου». Αν κάθε πρωί κάναμε μια ανάλογη σκέψη, δεν νομίζετε πως θα ήταν η ζωή μας πιο αισιόδοξη;

Σαφώς, ναι. Το ’80 άκουγα συχνά τη φράση «ζήσε τη μέρα σου σαν να ‘ναι η τελευταία», μια παρότρυνση δηλαδή να κάνουμε μαζεμένα κι ως πολύ στερημένοι ότι μας κατέβει στο κεφάλι, δίχως αύριο.

Κάτι παρόμοιο βέβαια, το “livefast, dieyoung” ακουγόταν στην Αμερική στα τέλη του ’50, έγινε και ταινία μάλιστα, προβάλλοντας το στερεότυπο την γενιάς των Beatniks να είναι πατημένοι στην πρέζα και με δανεικό έμβλημα τον Τζέιμς Ντιν, ο οποίος βέβαια δεν είχε κάποια σχέση μαζί τους.

Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι καινούρια. Ήδη oΑπόστολος Παύλος, προκειμένου νά διαστείλει τη χριστιανική ζωή οπό την fake, ανέφερε το «φάγωμεν καί πίωμεν, αύριον γάρ αποθνήσκομεν», η οποία παραπέμπει στην ειδωλολατρική, υλιστική αντίληψη ότι η ζωή του ανθρώπου τελειώνει χωρίς κυριολεκτικό χρονικό αύριο, δίχως δηλαδή όραμα, δίχως προοπτική. Αν το όραμα δεν είναι σήμερα επίκαιρο, τότε τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Μια καθαγιασμένη μορφή του Ελληνισμού, ένας άγιος των γραμμάτων μας, ο Χρόνης Μίσσιος, στον οποίο οφείλω και τον λόγο για τον οποίο ασχολήθηκα με το γράψιμο, έγραψε στο «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» ότι ακόμα και στο τσιμενταρισμένο από άκρη σ’ άκρη προαύλιο της φυλακής, πανηγύριζε για μια μαργαρίτα που άνθιζε την άνοιξη σκίζοντας με τον μίσχο της το παντοδύναμο φαινομενικά μπετόν.

Αυτή τη χαρά της ζωής υιοθετώ κι επειδή μου αρέσει να προτείνω -κι ας είναι αυτό με έμμεσο τρόπο-, αντί μόνο να απορρίπτω, αντιπροτείνω μέσα στις σελίδες του βιβλίου μου η κάθε καινούρια μέρα που ξημερώνει, το κάθε σήμερα, να είναι ήδη ένα πανηγύρι, ένας έρωτας για  τη ζωή την ίδια, μια γιορτή για το αναπάντεχο, χωρίς υλικές κατ’ ανάγκη απολαβές.


5. Για ποιό λόγο αυτές οι 18 αφηγήσεις σας πήραν 10 χρόνια να τις τελειώσετε; Τί μεσολάβησε και δεν τις παραδίδατε πιο νωρίς στον εκδότη σας και σε μας;

Το «Αφήστε με να ολοκληρώσω» ήταν έτοιμο μέσα μου πράγματι για πάνω από δέκα χρόνια τώρα, όμως φρόντιζα πάντα να βρίσκω δικαιολογίες για να μην το τελειώσω, όπως όταν θέλει κανείς να συνεχίσει ας πούμε μια δουλειά που ξεκίνησε, ενώ κάποιος του κτυπάει με το δάχτυλο εκνευριστικά τον ώμο κι εκείνος διαρκώς τον διώχνει, διότι του αποσπά την προσοχή:
«Είχα ανθρώπους να βάλω σε τάξη, μια ζωή να συντονίσω, μια καριέρα να επακολουθήσω, λεφτά που ήθελα να βγάλω, στόχους να πετύχω», επομένως, βιβλία θα γράφω  τώρα;, όπως λέω και στο γράμμα μου προς τον νεκρό από τη νοθευμένη ηρωίνη φίλο μου Γιώργο Κ. στο διήγημα «…και δε με λες, σ’ αρέσει ο πουρές;».

Με δυο λόγια, είχα υιοθετήσει ένα σωρό εμμονές και στρεβλές πεποιθήσεις και είχα φορέσει κατάσαρκα τον φόβο της ανθρώπινης μοναξιάς. Όταν φωνάζει κανείς με τη συμπεριφορά του όσο πιο δυνατά μπορεί «μη με αφήνεις μόνο», τότε είναι δύσκολα τα πράγματα. Κι έτσι, αποφάσισα το δικό μου βιβλίο της ζωής να γυρίσει σελίδα κι άρχισα να διαγράφω όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις.
Τώρα είμαι στη φάση του
delete.
Ε, μετά από τη διαγραφή, ξεκίνησα πάλι τη συγγραφή, ώσπου, επιτέλους, ολοκλήρωσα.

 

 6. Έχετε σπουδάσει Θεολογία στο ΑΠΘ με μεταπτυχιακό στην Εκκλησιαστική ιστορία, Χριστιανική Γραμματεία, Αρχαιολογία και Τέχνη με ειδίκευση στην Αγιολογία, ενώ εργάζεστε στον ιδιαίτερα ανταγωνιστικό χώρο της ναυτιλίας. Πόσο αντιφατικό είναι αυτό;

Έχω κάνει πολλά αντιφατικά πράγματα στη μέχρι σήμερα ζωή μου. Είναι όμως αντιφατικά μόνο κατά τα φαινόμενα. Αν τα κοιτάξει κανείς προσεκτικότερα, αν τα δει εποπτικά, κατευθύνονται με μεθοδικό τρόπο σπειροειδώς προς τα άνω ως μία Ατέρμων Σπείρα.

Θεολογία σπούδασα κατόπιν δικής μου επιθυμίας, αλλά αντιμετώπισα από νωρίς ρεαλιστικά τα πράγματα, δεν θα μπορούσα δηλαδή να βιοποριστώ από αυτήν, παρά μόνο ως καθηγητής. Με ενδιέφερε όμως περισσότερο η έρευνα, άρα μια ακαδημαϊκή πορεία, παρά μια θέση στη Μέση Εκπαίδευση. Έτσι, μετά το μεταπτυχιακό μου, συνέχισα ακάθεκτος για Διδακτορικό, αλλά τελικά κάτι στράβωσε καθ” οδόν προς το πολυαγαπημένο Ph.D., διότι είχα, λέει, εκδώσει ταυτότητα νέου τύπου και αρνήθηκαν έμμεσα να με δεχτούν. Βλέπετε, τω καιρώ εκείνω, συνέλεγαν υπογραφές με εμπνευστή τον Χριστόδουλο για τις εξαποδώ δίχως την αναγραφή θρησκεύματος ταυτότητες  εκατομμυρίων Ελλήνων και μαζί και για την εξαποδώ δική μου ταυτότητα κι έτσι έφαγα διδακτορικώς διδακτική πόρτα -θεολόγος άθρησκος πού ακούστηκε; είπαν. Αυτό πολύ με πείραξε, δε λέω ψέματα, κι από τότε αποφάσισα να ξεχάσω το Πανεπιστήμιο.
         
Στο λιμάνι κατεβαίνω από το ‘86, εξαιτίας του εκτελωνιστή πατέρα μου, εξειδικεύτηκα όμως τα τελευταία είκοσι χρόνια στα ναυτιλιακά και συγκεκριμένα στα
containers. Συνδυαστικά αν θέλετε, καταθέτω καθημερινά ως Θεολόγος τη Μαρτυρία μου στη θάλασσα.


7
. Διηγήματα σας έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά. Αλήθεια, πώς προέκυψε η συγκεκριμένη γλώσσα;

Πώς, ε; Κοιτάξτε να δείτε, η γλώσσα αυτή με στοίχειωνε. Θα σας πω ένα μυστικό και θέλω να μείνει μεταξύ μας: προσπαθούσα για πολύ καιρό να επικοινωνήσω με τη Σινέτ, μια Σουηδέζα που είχα γνωρίσει στη Σαντορίνη πιτσιρικάς. Η Σινέτ ήταν στην ηλικία μου, λίγο πριν τα είκοσι, είχε λευκό αστραφτερό δέρμα, κατάξανθα μαλλιά και πανέμορφα καταπράσινα μάτια. Στην πατρίδα της, ήταν μια τυπική σκανδιναβική μορφή. Μέσα όμως στο ολόφωτο, αθάνατο ελληνικό καλοκαίρι, στον αέρα των Κυκλάδων, φορούσε ένα ριχτό λινό φόρεμα κι ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια, Έξαφνα μου φάνηκε vintageαντίγραφο αρχαίας Ελληνίδας και βάλθηκα να την πείσω να μείνει στην Ελλάδα για πάντα, εκεί όπου νόμιζα ότι ανήκε, τουλάχιστον αν όχι για πάντα, έστω για εκείνο το καλοκαίρι μόνο. Ενώ όμως εγώ της μιλούσα για τον έρωτα μου, εκείνη επέμενε να ανακαλύψει στα Φηρά ένα αντάξιο της φήμης του πιάτο Greek μουζάκα. Η Σινέτ παρήγγειλε στα ελληνικά έναν παραδοσιακό μουσακά, ενώ εγώ αρκέστηκα σε μια περιποιημένη χυλόπιτα στα αγγλικά.  Όταν χρόνια μετά κάποια διηγήματα μου μεταφράστηκαν στη γλώσσα της, το εξέλαβα με ικανοποίηση ως ένα αναδρομικό μήνυμα λύτρωσης: Επιτέλους, η Σινέτ κι εγώ μιλούσαμε την ίδια γλώσσα.

 

8. Αφιερώνετε το βιβλίο σας σε δυο γυναίκες στη μαμά Ολυμπία και στην Μαρία, το πεφταστέρι σας. Όταν βάζετε τελεία στο κάθε γραπτό σας σε ποιά από τις δύο διαβάζετε τις πρώτες αράδες –αν μοιράζεστε φυσικά τα χειρόγραφα σας;

Τους το αφιέρωσα με όλη μου την καρδιά. Είναι και δικό τους.

Στη μαμά Ολυμπία, γιατί με στηρίζει πάντα με την αγάπη της στα εύκολα και στα δύσκολα και με αυτήν με διασώζει, ειδικά τώρα πρόσφατα, όταν από πρώτος κατέληξα έσχατος και γιατί για μένα έχει μόνο μια επιθυμία, να είμαι πάντοτε ευτυχισμένος.
 
Στη Μαρία, επειδή έκανα μια ευχή να προσγειωθεί από το στερέωμα του ουρανού στην αγκαλιά μου, όπως ακριβώς ένα πεφταστέρι. 

Μοιράζομαι μαζί τους τα κείμενα και εκτιμώ την άποψη τους, είναι αν θέλετε και οι πρώτοι μου κριτικοί αναγνώστες. Μόνο που επειδή δεν είμαι καλός στα λόγια, δεν τους τα διαβάζω εγώ, αφήνω αρχικά τις λέξεις να μιλήσουν μαζί τους αντί για μένα.

 

9.« “ Όλα είναι δυνατά για τα παιδιά’, μονολόγησε ήρεμα το Αγόρι, κλείνοντας το μάτι στους συνομήλικους εκ γενετής φίλους του» στα διπλανά κρεβατάκια στο μαιευτήριο. Αν αυτή η γλυκιά κουβέντα με την οποία κλείνετε τη συλλογή σας γινόταν πραγματικότητα σαν παραμύθι, θα ζούσαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα;

Σκόπιμα ήθελα αυτό το παραμύθι για μεγάλους, το «Παραμύθι για Ένα Αγόρι», να κλείνει το βιβλίο. Αναφέρεται στο δικό μου Αγόρι, το γιο μου Στέφανο. Ήθελα να διώξω μακριά του τον ίκτερο που είχε όταν γεννήθηκε. Και τον έδιωξε όταν αποφάσισε μαζί με τους δυο εκ γενετής φίλους του με τους οποίους γεννήθηκε την ίδια μέρα και ώρα, τη Μαρίνα Φλοίσβου και τον Όμιλο-Φίλων Θαλάσσης να καβαλήσουν τη ράχη πελαργών που ο καθένας είχε ροζ, γαλάζια και πράσινα φτερά και να ταξιδέψουν με τη συνοδεία του Πελαργού που τους έφερε στον κόσμο και του Σουλταν Αητού, ελεγκτή Εναέριας Κυοφορίας και Κυκλοφορίας, μέχρι τον Ήλιο. Ο Ήλιος τους χαϊδεύει στα μαλλιά, τους αγγίζει στο μάγουλα και με τον μαγικό του τρόπο, παίρνει απο πάνω τους το κίτρινο χρώμα τους, έτσι κι αλλιώς εκείνος το χρειάζεται περισσότερο.

«Όλα είναι δυνατά για τα παιδιά», λέει στο τέλος του Παραμυθιού το Αγόρι, όλα είναι δυνατά για τα παιδιά λέω εγώ, ακόμα κι όταν δεν τα καταλαβαίνουμε, ας τα αφήσουμε λοιπόν να βελτιώσουν τον κόσμο μας με τον δικό τους τρόπο, όποιος κι αν είναι αυτός, για να ζήσουμε εμείς καλά κι εκείνα καλύτερα.

 [ - ]