... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Συνέντευξη στην «Καθημερινή της Κυριακής» 06.07.2014: 500 λέξεις με τον Γιώργο Γκόζη

ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ 

Γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Θεολογία στο ΑΠΘ, με μεταπτυχιακό τίτλο στην Εκκλησιαστική Ιστορία, Χριστιανική Γραμματεία, Αρχαιολογία και Τέχνη, και ειδίκευση στην Αγιολογία. Εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας. Το διήγημά του «Νυχτερινός στο βάθος» βραβεύτηκε στον διαγωνισμό διηγήματος της Ελευθεροτυπίας 2001. Πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Ο νυχτερινός στο βάθος» (εκδ. Νεφέλη, 2004) και δεύτερο, και πιο πρόσφατο, η συλλογή διηγημάτων «Αφήστε με να ολοκληρώσω» (εκδ. Πόλις).

Ποια βιβλία έχεις αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σου;

Αυτές τις ημέρες αισθάνομαι ειλικρινά ζάμπλουτος, έχω για προσκέφαλο βιβλία-χρυσωρυχεία: Παναγιώτης Γούτας, «Μικρό παιδί σαν ήμουνα», Γιάννης Παλαβός, «Αστείο», Χρήστος Αστερίου, «Ισλα Μπόα», Μάκης Τσίτας, «Μάρτυς μου ο Θεός», Γιάννης Ατζακάς, «Διπλωμένα φτερά», Χριστίνα Καράμπελα, «Καιροί Τέσσερεις».

Και ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία όλων των εποχών;

Θα έλεγα το «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του αγίου των γραμμάτων μας Χρόνη Μίσσιου, στον οποίο άλλωστε οφείλω και τον λόγο για τον οποίο γράφω. Ο μάρτυρας Χρόνης είχε εν πολλοίς κοινά βιώματα με εκείνα του πατέρα μου όπως μας τα είχε αφηγηθεί στα χρόνια, όταν όμως είδα πώς το αίμα του το έκανε μελάνι με τόσο γενναιόδωρο τρόπο, πώς συνετρίβη ο ίδιος εξαιτίας της αγάπης του για τον Ανθρωπο, τότε συνέθλιψε και την αποστειρωμένη εικόνα που είχα –κακώς– σχηματίσει για τους συγγραφείς ως απρόσιτους.

Προτιμάτε ένα συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας;

Αγαπώ ιδιαίτερα τη μικρή φόρμα, οπότε προτιμώ τα διηγήματα, μοιάζουν κάπως σαν φέτες της ζωής, ένα παιχνίδισμα του μυαλού φαινομενικά αντιφατικό – μόνο φαινομενικά όμως.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Αυτό του τρομοκράτη, κατά συρροή και συνειδητού δολοφόνου που ούτε το όνομά του ή τον τίτλο του βιβλίου του θέλω να αναφέρω. Δεν μιλώ για το δικαίωμα στη γραφή, αλλά επειδή εξακολουθεί ακόμα να περιγράφει τόσο ωμά την αφαίρεση της ζωής με ρουκέτες και βλήματα, ενώ για ξεκάρφωμα της γεύσης της σκοτωμένης ανθρώπινης σάρκας σκεπάζει τη γεύση του αίματος με μπόλικα μπαγιάτικα μπαχάρια ενός κατ’ επίφαση λαϊκού αγώνα.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Το «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου. Η πατρίδα της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης στο γεωγραφικό ανάγλυφο του Πειραιά. Το στοιχείο που με συγκίνησε είναι ότι ανάμεσα στα μαβιά σύννεφα του αστικού κέντρου υπάρχει πάντα η ελπίδα για το Φως.

Κάποιο κλασικό βιβλίο που δεν αντέξατε καθόλου;

Το «Ελλήνων Εγερσις» του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη. Μα καθόλου.

Εχετε fb, τουίτερ;

Είμαι μέλος μόνον της Βίβλου των Προσώπων σε επιδερμικό επίπεδο, χρήσης δηλαδή αντί κατάχρησης. Κοινώς, ως κορνίζα, για να κοινοποιώ μέσω αυτής τη δουλειά μου. Ενα τέταρτο την ημέρα το χαλαλίζω, περισσότερο δεν, διότι στην αληθινή ζωή έχει πάντα τόσο ωραιότερα πράγματα να κάνει ο καθένας μας, που δεν θα αντάλλασσα αυτή την εποχή ας πούμε τον αέρα της άνοιξης στην πόλη για ένα like. Προσωπικά, πίσω από τα δίκτυα αναζητώ και αγαπώ τους ανθρώπους. Γι’ αυτούς γράφω.