... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Πεπτωκότες κροίσοι στην κρησάρα της κρίσης


 

Πεπτωκότες
κροίσοι στην κρησάρα της κρίσης

 

Ασφαλιστές, νυν και πρώην. Ανεργία στο σύγχρονο μνημονιακό νεοελληνικό τοπίο των αστικών μας κέντρων. Πριν: περιστασιακές καριέρες σε τηλεοπτικές εκπομπές-σκουπίδια, που αυγατίζουν την τηλεθέασή τους με διαμελισμένα κορμιά, με αίμα, με sms, με life style, με Rolex και λευκασμένες οδοντοστοιχίες, με πληρωμένα ρεπορτάζ να τα κάνει ο Θεός. Υιοθετημένοι ρόλοι πολεμίων του Χριστιανισμού προς άγραν διαφημίσεων. Αυτόκλητοι σωτήρες περιθωριακών τηλεοπτικών σταθμών που επιθυμούν ντε και καλά να σώσουν εργολαβικά τους πλανεμένους. Θεματολογία που κάποτε, ευτυχώς, στερεύει. Ίσως γιατί ποτέ δεν υπήρξε. Απλά διογκώθηκε στα ευέλικτα τηλεοπτικά πλαίσια στα χρόνια της επίπλαστης ευμάρειας. Μετά: Μεταπήδηση χωρίς ενδοιασμούς και με ηθική sur mesure στη θρησκοληψία προς ίδιον όφελος. Ηγέτες παραεκκλησιαστικών οργανώσεων. Αναγόρευση σε αγία της πρώην ερωτικής συντρόφου και προσβολή μνήμης νεκρού. Θαύματα που δεν υπάρχουν και θαύματα με όρους reality show. Αγύρτες αργυρώνητοι ιερομόναχοι. Παπατζήδες κοινοβιακοί ηγούμενοι με ποίμνιο καταχρεωμένο από ανεξέλεγκτο τραπεζικό δανεισμό. Άβουλα πλάσματα που οικεία θελήσει υποτάσσονται δουλικά στους εμπόρους σωμάτων και ψυχών. Φούσκα που σκάει. Κρίση. Μνημόνιο Κατανόησης. Και άλλο Μνημόνιο Κατανόησης, που όμως δεν κατανοεί καθόλου. Τράπεζες που δεν αρδεύουν πια με δανεικό χρήμα. Κοινοβιάτες που ασθμαίνουν οικονομικά καταρχήν. Κατόπιν υπαρξιακά. Μετά παραληρηματικά. Κατηγορίες για βιασμούς από τον συνοικιακό Μεσσία, τον Εκλεκτό της αγίας Ελένης της Νεαπολίτισσας. Μαζικός αυτοκτονικός ιδεασμός. Συνιστώσες στον εσωτερικό μικρόκοσμο της οργάνωσης που διαφωνούν μεταξύ τους, ώσπου συγκρούονται μετωπικά. Πεπτωκότες ηγέτες μιας εξ ορισμού παρακμιακής θεοκρατίας μικρής κλίμακας. Καταρρακωμένα τηλεοπτικά πρώην είδωλα, τώρα ειδώλια. Διαρκείς ανάγκες για νέους ήρωες, παραμυθητικούς. Το θέλει τελικά το μπαλαμούτι του ο Έλληνας. Το τραβάει ο οργανισμός του. Δεν την αντέχει την αλήθεια. Νεκρανάσταση και αποκατάσταση. Ιδού ο Χαρίτος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός. Τίτλοι τέλους.

Ο Χαραλαμπούλιας παρέδωσε διά του βιβλίου του υλικό για πολλές ημέρες ανάγνωσης στο προσκέφαλο. Κοντά εννιακόσιες σελίδες δεν είναι μικρό πράγμα. Περιέγραψε την επί δεκαετία επιτομή της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Τα είπε όλα. Προσωπικά μιλώντας, έχοντας αναγνώσει μεγάλο μέρος της σχετικής ελληνικής μας γραμματείας της κρίσης, θεωρώ ότι από λογοτεχνική άποψη είμαι πλέον πλήρης.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, η εντύπωση που αποκόμισα είναι πως ο συγγραφέας αυτό το αίσθημα της αποστροφής το έβγαλε όλο από μέσα του. Ξεχρέωσε μαζί του.  Σύμφωνοι, ποτέ δε βγαίνει όλο, νομίζω όμως ότι ξόφλησε με το χρονικό του της Κρίσης, αυτό το κατατοπιστικότατο, το ευάριθμο, το σαφές και επεξηγηματικό. Και μαζί του ξεχρέωσα κι εγώ.

Ο Χαραλαμπούλιας γράφει με σύγχρονη γλώσσα, σημερινή, προφορική, παραστατικά και ανάγλυφα. Μιλάει ακριβώς όπως μιλάμε και στην καθημερινότητα, εκείνος όμως ανάμεσα στα λόγια του φτύνει.

Φτύνει κατάμουτρα τα ΜΜΕ υπονομεύοντάς τα με την ίδια του την ιστορία.
Γράφει:
«Σ’ αυτούς που έχουν μάθει να ζουν μέσα στην τηλεόραση, το ένστικτο της αυτοπροβολής γίνεται εξίσου δυνατό με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τους τρελαίνει το γυαλί. Δεν αντέχουν τον εξοστρακισμό από την οθόνη, είναι σαν ένα είδος θανάτου γι’ αυτούς, όταν η τηλεοπτική εικόνα κάποιου είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει να παρουσιάσει η μίζερη ζωή του».

Φτύνει τους εμπόρους της ελπίδας.
Γράφει:
» Η πίστη σου στην αγία θα σε κάνει αλεξίσφαιρη (σ. 455)», λέει ο Σωκράτης Χαρίτος στη Βουλγάρα Σνεζάνα, προκειμένου να της διασκεδάσει τους ενδοιασμούς πριν τη βιάσει.

Φτύνει την εξουσία που ασκεί στο ποίμνιο της μια θρησκευτική απάτη, η οποία ενδύεται τα άμφια του ορθοδόξου ιερέα. Μου θύμισε την πολυπροβεβλημένη αυτοαναγορευθείσα “αγία” Αθανασία του Αιγάλεω του ’80, αλλά και μία λιγότερη γνωστή περίπτωση, περιστατικό προσπάθειας αγιοποίησης από τους γονείς του, ενός παιδιού που έφυγε από τη ζωή πολύ νέο, τον “άγιο” Δημητράκη από το Παγκράτι.

Οι “Θεομπαίχτες” είναι εξίσου ένα κριτικό κείμενο. Ένα κείμενο αποδομητικό. Αποδομεί ας πούμε, τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης, κατά πως τα ονομάζει ο Τζίμης Πανούσης.
Γράφει:
«Δεν υπάρχει πιο απολαυστικό γεύμα για τους δημοσιογράφους από τις σάρκες ενός καταξιωμένου συναδέλφου τους» (σελ. 246).

Οι “Θεομπαίχτες” είναι επίσης, κείμενο οργής και συμπυκνωμένου θυμού. Καυστικό και σαρκαστικό απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Τη θεσμοθετημένη, όπως της τρέχουσας πολιτικής και της σύγχρονης εκκλησιαστικής,  αλλά και απέναντι σε εκείνη την αθεσμοθέτητη που ασκεί ο καθένας από εμάς στον κάθε άλλο από εμάς, από διαφορετική θέση ισχύος: ο προϊστάμενος στον υφιστάμενο. Ο λαμόγιας κατά τον Τσιφόρο, το αρπακτικό δηλαδή, στον αφελή ή εύπιστο. Ο γηγενής Έλληνας στον αλλοδαπό. Ο οικονομικά ισχυρός στον οικονομικά ασθενή και πάει λέγοντας.

Κυρίαρχος χαρακτήρας αυτού του χρονικού η επικρατούσα θρησκεία του μονοθεϊσμού των ημερών μας, το Χρήμα, με ιέρειές του τις τράπεζες στα μέτρα των οποίων και για χάρη τους έχει ραφεί η κρίση στην Ελλάδα και με διακόνους της τον λαό μας και τη συμπεριφορά του.
Γράφει:
«Με κάθε ευρώ που εξοικονομούσε -κόβοντας ακόμα και απ’ τη διατροφή του- τάιζε τα δάνεια, που λίγο ακόμα να έμεναν νηστικά θα ξεπετάγονταν απ’ τα κλουβιά τους και θα κατασπάραζαν το προσημειωμένο του βιός» (σελ. 174).

Επειδή λοιπόν η ίδια η οικονομική κρίση είναι πλέον η κολυμβήθρα μέσα στην οποία βαφτιστήκαμε και θα μας κρατήσει εντός της για πολλά ακόμα χρόνια, θα ήθελα αγαπητικά να προτείνω στον Μπάμπη τα εξής τέσσερα απλά:

        α’): Να ξεκουραστεί. Έγραφε δέκα ολόκληρα χρόνια αυτό το βιβλίο κι άλλα τόσα το έσβηνε. Τώρα που το ολοκλήρωσε, εκείνο θα βρει το δρόμο του. Έφυγε από τον δημιουργό του. Εκείνος ό,τι είχε να πει, το είπε, ας μιλήσουν πια οι ίδιοι οι “Θεομπαίχτες’. Σε αντίθεση με άλλες μορφές τέχνης, όπως την εικόνα ή τη μουσική για παράδειγμα, το βιβλίο, το κάθε βιβλίο είναι ένα μήνυμα σε μπουκάλι με έναν πομπό και ένα δέκτη: τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Και το μήνυμα αυτό απαιτεί προσήλωση και συγκέντρωση. Οπότε, το διακριτό μήνυμα του Χαραλαμπούλια εστάλη, ας καθίσει επομένως ο ίδιος στον θρόνο του και ας απολαύσει τη διαδικασία παραλαβής του από τους αποδέκτες του.

        β’): Προτείνω στο επόμενο εγχείρημά του να ασχοληθεί με τη μικρότερη φόρμα. Όχι απαραίτητα τη μικρή φόρμα του διηγήματος, ούτε ίσως και την μικρότερη της νουβέλας. Απλώς τη μικρότερη φόρμα. Για εντελώς πρακτικούς λόγους αυτό: Πολλά από τα γραφόμενά του με αυτόν τον τρόπο θα τεκμαίρονται από τον αναγνώστη και δεν θα χρειάζεται να τα εξηγεί με πολλές λέξεις. Ας αφήσει εν ανάγκη και μερικά νοήματα αμφίσημα, ώστε να συμπεράνει κανείς ό,τι θέλει. Γιατί; Διότι η γραφή του από παραστατική που είναι τώρα, θα γίνει ελλειπτική. Ας το δει, εν τέλει, ως άσκηση. Θα τον βοηθήσει να πειθαρχήσει τον λόγο του. Ας το δει ως είδος συγγραφικής διατροφής, αλλά σε καμία περίπτωση ως είδος συγγραφική δίαιτας.

        γ’): Του προτείνω επίσης να προσπαθήσει να γράψει σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Αυτό δε σημαίνει ότι καταναγκαστικά θα αυτοβιογραφείται, ούτε πως τα κείμενα του θα είναι αυτοαναφορικά. Αντιθέτως, θα έχουν μια αμεσότητα διαφορετική με την πρωτοπρόσωπη γραφή, η οποία στις ημέρες μας  ανακαλύπτεται και παλι δίχως αγκυλώσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο συγγραφέας δεν έχει την απαραίτητη απόσταση από όσα περιγράφει. Γιατί; Ως τέχνασμα, παλι ως άσκηση. Διότι σκεπτόμενος πως αν οι αναγνώστες του θεωρούν πως μιλά για τον εαυτό του, ακόμα κι όταν αυτό δε συμβαίνει, θα κατεβάσει στροφές και ταχύτητα, αποφεύγοντας τις δυνάμεις της τριβής με την εκτενή γραφή του μυθιστορήματος. Ετσι, θα κατακτήσει καλύτερα τα εκφραστικά του μέσα, θα οριοθετήσει το εύρος της έκτασης των κειμένων του και θα έχει την ευκαιρία να δουλέψει περισσότερο τη γλώσσα του, πράγμα που κατά την άποψή μου είναι ορισμένες φορές σημαντικότερη κι από την ίδια την ιστορία, σε τέτοιο σημείο που τα πεζά του να φτάσουν να είναι ασκήσεις ύφους χωρίς να υπάρχει καν σαφής ιστορία.

      δ’): Να ασχοληθεί, τέλος, με το ασήμαντο, με το έλασσον, με το αόρατο για τους πολλούς. Εκείνο που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων. Να γράψει για τη Μία στιγμή μιας τυχαίας συνάντησης, για το Ένα βλέμμα στα πεταχτά, για τη Μία φαινομενικά επιφανειακή κουβέντα. Γιατί; Διότι έτσι θα αποφύγει τον εκ προοιμίου χαμένο κόπο και χρόνο να αναμετρηθεί με την εξουσία σε όλες της τις μορφές -κόμματα και Μποχατζόπουλοι ως αφορμές θα υπάρχουν πάμπολλες. Ας ψάξει να βρει τους αντιήρωες, αντι για τους ήρωες, αυτής της ζωής, κόντρα στο ρεύμα της εποχής. Δεν θα είναι βέβαια τόσο ιλουστρασιόν χτυπητοί οι χαρακτήρες του, όπως εκείνοι οι ταγοί της πολιτικής εξουσίας ή της καθιδρυματικής εκκλησίας, αλλά θα είναι Εσύ, θα είμαι Εγώ, θα είμαστε Εμείς οι σπουδαίοι αγωνιστές ενός της απεραντοσύνης της αφήγησης, οι βασιλείς στην αυτοκρατορία της ασημαντότητάς μας εντός του Σύμπαντος κόσμου των γραμμάτων.

Γιώργος Γκόζης

Παρασκευή 27 Μαΐου 2015

Κείμενό μου για το βιβλίο του Χ. Χαραλαμπούλια «Οι Θεομπαίχτες» κατά την πρόσφατη παρουσίασή του στο πατάρι της Πρωτοπορίας

 

Φωτ. 1/2