... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Λίζα Μαμακούκα, «Α, ρε Αλέξη, μ΄έμπλεξες»

Η Λίζα Μαμακούκα,
επίκουρος καθηγήτρια Γαλλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ,
γράφει για το βιβλίο του
Πέτρου Αυλίδη «Α, ρε Αλέξη, μ” έμπλεξες»,
εκδ. Γαβριηλίδη,
Αθήνα 2015

 

Όπως παραδέχεται ο ίδιος ο συγγραφέας στην αρχή του κειμένου του, το “Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες”  γράφτηκε μέσα σε 15 μόνο μέρες, από τις 10 ως τις 25 του Νοέμβρη του 2014, αν και η πρόταση τού είχε γίνει δυο ολόκληρους μήνες νωρίτερα. Θέλοντας να τιμήσει τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη που είχε ζήσει κι εργαστεί στο Βερολίνο με υποτροφία του γερμανικού κράτους, ένα ιδιωτικό σχολείο της Αθήνας, η Ελληνογερμανική Αγωγή, πρότεινε στον επίσης Γερμανομαθή συγγραφέα Πέτρο Αυλίδη να μιλήσει στην εκδήλωση για τον φίλο του που είχε πεθάνει 20 χρόνια πρωτύτερα. Η πρωτοτυπία του Α ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αναφέρει εκεί μέσα, λίγο πριν το τέλος, μόνο την εναρκτήρια πρόταση εκείνης της ομιλίας του στην Αθήνα κι αφήνει τους αναγνώστες γεμάτους ερωτηματικά για το τί είπε τελικά για τον Αλέξη Ακριθάκη!

Στην παρουσίαση αυτή θα περιοριστώ αποκλειστικά στις λογοτεχνικές διεργασίες  που οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του κειμένου, αφήνοντας ασχολίαστα τα πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα από γράμματα του Ακριθάκη που περιλαμβάνονται εν είδει «αφορισμών» στο βιβλίο.

Κατ’ αρχάς, το προηγούμενο μυθιστόρημα του Αυλίδη, ο Σοφέρ, λειτουργεί σαφώς σαν «Υπο-κείμενο», σαν αυτό, δηλαδή, που ο θεωρητικός της λογοτεχνίας  Gérard Genette  θα ονόμαζε «Hypo-texte» αυτού του βιβλίου. Πρόκειται δηλαδή εδώ για μια περίπτωση όπου το νέο βιβλίο του Αυλίδη στηρίζεται στο παλαιότερο, δίνοντας με πρώτη ματιά την εντύπωση ενός παλίμψηστου κώδικα, μιας «μετα-γραφής», μιας παραλλαγής, ίσως, πάνω στο ίδιο θέμα. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως στα δύο κείμενα υπάρχουν πολλά κοινά σημεία: πρωτοπρόσωπη αφήγηση με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο και τον ίδιο αυτοσαρκασμό, κοινοί πρωταγωνιστές,  παρόμοια κατακερματισμένη δομή του κειμένου, κοινά ιδιόλεκτα του συγγραφέα (η επανάληψη δηλαδή εκφράσεων όπως: «παίρνω φλασάκι» που σημαίνει «θυμάμαι ξαφνικά» και «το κουρσάκι» αντί για «το αυτοκίνητο», η «εξελληνισμένη» γραφή γερμανικών, και αγγλικών λέξεων, κλπ.). Επιπροσθέτως, το νέο βιβλίο είναι γεμάτο από σχεδόν αυτούσια παραθέματα από τον Σοφέρ, τα οποία, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν «λογοτεχνικά αυτοδάνεια». Το γεγονός όμως ότι ενδιάμεσα από αυτά τα αποσπάσματα παρεμβάλλονται παράγραφοι μέσα στις οποίες ο σημερινός συγγραφέας παίρνει τις αποστάσεις του, σχολιάζοντας -με τον πολύ δικό του, τηλεγραφικό σχεδόν, τρόπο- τις σκέψεις και τις πράξεις του νεαρού γιατρού που υπήρξε, αποδεικνύει πως τα δυο μυθιστορήματαα διαφέρουν τελικά ως προς το περιεχόμενο. Άλλωστε,  τ’ αποσπάσματα  του Σοφέρ που αποτελούν αναδρομές στο παρελθόν έχουν υποστεί στο πρόσφατο κείμενο κάποιες αδιόρατες μετατροπές, όπως:

(α) προσθήκες ή αφαιρέσεις μιας  λέξης ή φράσης: Για παράδειγμα, ο Αυλίδης παραλείπει κάπου-κάπου μικρές παραγράφους στα παραθέματα (όπως στο απόσπασμα από τον Σοφέρ, σελ. 105-106), ενώ στο απόσπασμα από τη σελίδα 44 του Σοφέρ, προσθέτει τη λέξη «Νύχτα» και λίγο παρακάτω τη φράση :«Το μαγαζί φουλ. Τα τραπέζια με καθιστούς και το μπαρ με όρθιους».Προσθέτει επίσης ο συγγραφέας το όνομα του δρόμου όπου έμενε ο Ακριθάκης στο Βερολίνο (Σουαρέζστράσε).

(β) «ανακάτωμα της τράπουλας», δηλαδή χρονολογικό μπέρδεμα των αναφορών στο παρελθόν. Λόγου χάρη,στη σελίδα 13 του δακτυλογραφημένου κειμένου -πάνω στο οποίο δούλεψα- υπάρχει απόσπασμα από τις σελίδα 49 του Σοφέρ, στη σελίδα 20, βρίσκουμε απόσπασμα παρμένο από τις σελίδες 104-105 του Σοφέρ, στην 28η σελίδα του νέου κειμένου  συναντάμε απόσπασμα από τις σελίδες 51-54 του παλιού, ενώ στη σελίδα 39 του νέου βιβλίου βρίσκουμε σχεδόν αυτούσιες τις σελίδες 34-35 του Σοφέρ, και ούτω καθεξής.

(γ) αλλαγή στον χρόνο τoυ ρήματος στο οποίο καταλήγει κάθε παράγραφος -και το οποίο παίζει συνήθως τον ρόλο της «αποστροφής»-. Παρατηρούμε δηλαδή στο νέο βιβλίο τη χρήση ενεστώτα αντί  του παρελθόντος  χρόνου: διαβάζουμε, λόγου χάρη: «Ο Ακριθάκης είναι σαράντα ένα. Δεν ζωγραφίζει, ψάχνει ατελιέ». Στο Σοφέρ, στη σελίδα 49, βρίσκουμε τις ίδιες φράσεις στον παρατατικό, καθώς επίσης και στον αόριστο, όπως στο παρακάτω παράδειγμα, από την ίδια σελίδα: «Ταιριάζω στο κοντσέπτ», γράφει ο Αυλίδης στο νέο του βιβλίο, ενώ «Ταίριαζα», γράφει στο Σοφέρ. Το ίδιο γίνεται και  με τη σελίδα 76 του παλιότερου κειμένου, όπου ο συγγραφέας αλλάζει τη φράση «Τον λυπήθηκα» σε «Τον λυπάμαι».

Ένα από τα χαρακτηριστικά συστατικά του -έτσι κι αλλιώς-  λακωνικού κι ελλειπτικού στυλ του Πέτρου Αυλίδη, είναι και η εκμετάλλευση του στοιχείου του ανείπωτου, κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τα πολύ πρόσφατα βιωματικά κείμενα. Ο συγγραφέας μοιάζει, δηλαδή, ν’ αρνείται να μας δώσει πληροφορίες για τον εαυτό του, αν και πρόκειται εδώ για αυτοβιογραφικό βιβλίο. Παραθέτω ένα απόσπασμα που συναντούμε στο νεόκοπο μυθιστόρημα:  «Είστε ο κύριος…», ρώτησε ευγενικά η γυναικεία φωνή απ’ το άγνωστο νούμερο. «Αυτός είμαι», απάντησα. «Γεια σας, λέγομαι…», τ’ όνομά της, «και σας παίρνω από…», ανέφερε το όνομα ενός ελληνογερμανικού σχολείου της Αθήνας…» και άλλο ένα από τον Σοφέρ: «Από κάτω σημειώνει: Μια γλάστρα με λουλούδια για τον…, γράφει και το όνομά μου. Ακόμα πιο κάτω υπογραφή. Και Μάιος ογδόντα ένα.»

Μια άλλη περίσταση όπου ο Αυλίδης χρησιμοποιεί επίσης το στοιχείο του ανείπωτου αφορά τα προσωπικά δεδομένα της ζωής του φίλου του. Συγγραφική αδεία, λοιπόν, μεταχειρίζεται κατ’ ευφημισμό τη λέξη «χόμπι», αποφεύγοντας έτσι ν’ αναφερθεί ανοιχτά στους διάφορους εθισμούς του αξιόλογου ζωγράφου.  «Μη σε νοιάζει, δε θα μιλήσω για τα χόμπι του», είχε υποσχεθεί στη χήρα του φίλου του. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα προσεχτικός, στις περισσότερες περιπτώσεις: «[…] ο Ακριθάκης δεν έβρισκε καιρό να το φτιάξει, για έργα δεν μιλάμε, είχε ξαναρχίσει και με τα χόμπι του, οπότε δεν πήγαινα επίσκεψη στο ατελιέ», « […] κάνει διάλειμμα απ’ τα χόμπι του και πίνει. Ανταποδοτικάγια το διάλειμμα.»

Καμιά φορά, πολύ πιο σπάνια βέβαια, οι αναφορές στα «χόμπι» του Ακριθάκη είναι λίγο πιο ξεκάθαρες : «Καθόμαστε και παραγγέλνουμε λουκάνικα με πατατοσαλάτα και μπίρες. Εγώ το ποτό μου. Μέχρι να ετοιμαστούν, Ακριθάκης και λεγάμενη πηγαίνουν στην τουαλέτα. Περιμένω. Γυρνούν στο τραπέζι με τις κόρες στα μάτια καρφίτσες, έρχεται η παραγγελία και αρχίζουν τις μπίρες. Και τις ντάγκλες.»

Και στο παρακάτω παράδειγμα διαβάζουμε :  «[…] επειδή τα συγκεκριμένα φάρμακα του Ακριθάκη ήταν σπετσιάλ και χρειάζονταν σπετσιάλ διαδικασία και λοιπά, με σύστησε σε μια φαρμακοποιό γνωστή του. Και ξεφορτώθηκε τους ασθενείς, τους συγκεκριμένους. Τους ανέλαβα. Για τον Ακριθάκη ειδικά, ανέλαβα και κάτι διεγερτικά, σπετσιάλ επίσης, τα ήθελε για ν’ αντέχει».

Οι κυριότερες διαφορές των δύο κειμένων ξεκινούν από την αλλαγή του σημείου εστίασης : το κεντρικό πρόσωπο του πρόσφατου βιβλίου δεν είναι πλέον ο αφηγητής/ συγγραφέας που παραθέτει  γεγονότα της νεότητάς του τα οποία σχετίζονται με διάφορα πρόσωπα, όπως ο Ακριθάκης και ο Κασάμπαλης ή διάφοροι καλλιτέχνες, περαστικοί από το Βερολίνο. Το φως πέφτει  αποκλειστικά πάνω στον Ακριθάκη, κι αυτόν έχουν σαν κύριο πρωταγωνιστή οι ιστορίες  (από τον Σοφέρ ή άλλες, καινούριες) που παρουσιάζει ο συγγραφέας ως αφηγητής. Ως ρόλος όμως, ο ίδιος ο Αυλίδης περιορίζεται στο ρόλο του δεύτερου βιολιού. Αυτή λοιπόν η μετατόπιση του  άξονα της αφήγησης, καθώς και οι ανεπαίσθητες μα αναπόφευκτες αλλαγές ισορροπίας που παρατηρήσαμε προηγουμένως στα παραθέματα του άλλου βιβλίου, αυτές ακριβώς. αποτελούν πιθανότατα κάποιες από τις σημαντικές διαφορές μεταξύ του βιβλίου αυτού και του Σοφέρ.

Η εσωτερική δομή των κειμένων διαφέρει επίσης πολύ : ο Σοφέρ εκτυλίσσεται πιο πολύ στο Βερολίνο και στο παρελθόν, ενώ εδώ έχουμε ένα αέναο χωροχρονικό πινγκ πονγκ ανάμεσα στο Βερολίνο του Τότε και στη Θεσσαλονίκη του Τώρα. Ιδιαίτερα προς το τέλος του βιβλίου, όταν ο Αυλίδης μας κάνει κοινωνούς της προσπάθειάς του ν’ ανασύρει και ν’ ανασυνθέσει τις αναμνήσεις του, οι χωροχρονικές «φλασιές» του παρελθόντος εναλλάσσονται πολύ γρήγορα με τις αναφορές στο «εδώ και τώρα».

Εστιάζοντας στις συνθήκες της γέννησης αυτού του νέου βιβλίου του Αυλίδη, ανακαλύπτει κανείς ότι  αυτή ακριβώς η προσπάθεια φαίνεται πως είναι το κύριο θέμα του, αφήνοντας το αφιέρωμα στον Ακριθάκη σε δεύτερο πλάνο. Διαβάζοντάς το κείμενο, παρατηρεί κανείς ότι τo «A ρε Αλέξη» του τίτλου, οι ιστορίες δηλαδή που μοιράστηκαν οι δυό φίλοι, περιορίζονται ουσιαστικά σε ρόλοbackground, γίνονται ένα φόντο πολύχρωμο, ενώ, την ίδια στιγμή,  μια άλλη ιστορία ζωγραφίζεται πάνω σ’ αυτόν τον καμβά: το «μ’ έμπλεξες», η περιπέτεια δηλαδή του γραψίματος, περνάει στο προσκήνιο, επισκιάζοντας έτσι το φαινομενικό θέμα του βιβλίου, δηλαδή το αφιέρωμα στον ζωγράφο.

Πρόκειται εδώ για ένα στοιχείο, εκείνο της διαφάνειας της συγγραφής,  που -αν και δεν είναι λογοτεχνικός νεωτερισμός- χαρακτηρίζει  πάντως κάποια βιβλία που αντιπροσωπεύουν τη σύγχρονη  γραφή. Ήδη από τα πρώτα του βιβλία, ο Πέτρος Αυλίδης έδειξε πως -όντας ακομπλεξάριστος σαν άτομο- δεν διστάζει να δείξει στον αναγνώστη τα ελαττώματά του ή να στραπατσάρει την εικόνα της προσωπικότητάς του. Στον παρόν κείμενο κάνει ένα βήμα παραπάνω: περιγράφοντας ένα- ένα τα στάδια που οδήγησαν στη συγγραφή της ομιλίας του για τον Ακριθάκη, ο Αυλίδης τολμάει επίσης να τσαλακώσει και την εικόνα που έχει σαν δημιουργός!!!

Κατ’ αρχάς, το βιβλίο ξεκινάει με μιαν -ειλικρινέστατη μεν, αρνητική δε για το άτομό του- προσωπική δήλωση :«Το κινητό μου δεν το πάω. Με βολεύει ώρες ώρες, αλλά τσαντίζομαι κάθε φορά που μ’ ενοχλεί, συχνά δηλαδή.» Αργότερα αναφέρεται και σ’ άλλες συνήθειές του: «Περιφερόμουν στην πόλη με την άνεση του αργόσχολου συγγραφέα που περιμένει να τον ανακαλύψουν, έκανα τις βόλτες μου στην παραλία και στο λιμάνι, τριγύριζα στα βιβλιοπωλεία που είχαν τα βιβλία μου τσεκάροντας με τρόπο στα ράφια αν είχαν λιγοστέψει τα διαθέσιμα αντίτυπα, όλα παρόντα, στα πιο μεγάλα ξεφύλλιζα βιβλία αλλονών παραμονεύοντας κάνα πελάτη να ξεφυλλίζει τα δικά μου, δεν έτυχε, αραχτός σε καφενεία χάζευα τις γκόμενες, τις κάπως σιτεμένες, οι ασίτευτες δεν ήταν του χεριού μου».(σελίδα 8)

Από την αρχή του κειμένου ο συγγραφέας παρατηρεί και ειρωνεύεται διακριτικά την αρχική αφέλειά του να πιστεύει ότι η ομιλία του για τον Ακριθάκη θα ήταν ένα εύκολο εγχείρημα: «Ωραία…, σκέφτηκα, θα έχει πλάκα… Ρούφηξα καφέ, πήρα τζούρα και πήρα φόρα για ένα πρώτο σχέδιο της ομιλίας με μια βόλτα στο παρελθόν, στο Βερολίνο του Τείχους.» (σελίδα 5)

Συνεχίζοντας τον αυτοσαρκασμό του, ο Αυλίδης αποκαλύπτει: «Προσπάθησα δηλαδή για τη νοερή τσάρκα, αλλά έπεσαν πολλές εικόνες μαζί και μπερδεύτηκα. Και την άφησα μαζί με το σχέδιο της ομιλίας γι αργότερα, είχα καιρό. Σιγά το πράμα, σάματι πόση ώρα θα μιλάω…, σκέφτηκα. Καταφχαριστημένος.» (σελίδα 6)

Κατόπιν περνάει στο επόμενο στάδιο, εκείνο των συνομιλιών του με διάφορα άτομα, τη χήρα του Ακριθάκη, τη δικιά του αρραβωνιαστικιά, κλπ., τα οποία προσπαθεί να πείσει ότι «το έχει», ότι η παρουσίαση του ζωγράφου είναι γι’ αυτόν αμελητέα δουλειά:  «Εγώ μια φορά, φρεσκάρισα το ρεπερτόριό μου σε ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Ακριθάκη κι ένιωσα ακόμα πιο σίγουρος για το θέμα μου.Ύστερα από κάνα δυο μέρες έφυγα για Θεσσαλονίκη με άλλες έγνοιες στο κεφάλι μου. Το συγκεκριμένο δε μ’ απασχολούσε.Το καταείχα.» (σελίδα 8)

Ένα άλλο ενδιάμεσο στάδιο στο οποίο αναφέρεται ειρωνικά ο συγγραφέας είναι εκείνο της υπερβολικής αυτοπεποίθησης που φτάνει στα όρια της … νιρβάνας: «Για την ομιλία, πέρα έβρεχε. Ώρες ώρες περνούσε κι αυτή απ’ το μυαλό μου, ευχάριστα, την ανέφερα σε φίλους, σου ’πα, ρε, που με κάλεσαν να μιλήσω για τον Ακριθάκη; καμάρωνα, αλλά δε μ’ απασχολούσε. Την είχα είπαμε.» (σελίδα 8). Περνάει κατόπιν στα ψεύδη, όταν βεβαιώνει φίλους και γνωστούς πως έχει ετοιμάσει την ομιλία του, κι έπειτα αρχίζει να γεννιέται μέσα του το στρες. Σαν έμπειρος ψυχίατρος που είναι, ο Αυλίδης το εντοπίζει από την αρχή: « […] η φωνή της Φώφης [Ακριθάκη] άρχισε να παίζει σε λούπα διαρκείας στο αφτί μου, το δεξί, απ’ αυτή τη μεριά κρατάω το ακουστικό. Είσαι έτοιμος, έτσι;, είχε πει κατά λέξη. Και κείνο το έτσι με το ερωτηματικό από πίσω, που έβαζε υπόνοιες για συγκεκριμένη προσμονή από μέρους της και υποχρέωση εκπλήρωσης της προσμονής της από μέρους μου, με αναστάτωνε. Και μ’ έβαζε να με τσεκάρω.[…] Η φωνή της Φώφης είχε περάσει και στο άλλο αφτί. Την άκουγα στέρεο.  Τις επόμενες μέρες τις πέρασα παρέα με τη φωνή. Δυνάμωνε. » (σελίδα 9)

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Αυλίδης χτίζει αριστοτεχνικά το σασπένς για το αν θα καταφέρει τελικά να «βγάλει λόγο», όπως λέει κάπου προς το τέλος του βιβλίου. Όσο πλησιάζει ο καιρός της εκδήλωσης, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι αδυνατεί να βάλει σε σειρά τις αναμνήσεις του, έτσι ώστε να τιμήσει επάξια τον χαμένο φίλο του. Όσο λιγοστεύουν οι μέρες, τόσο αυξάνεται το άγχος και ξεπροβάλλει από το βάθος το συγγραφικό μπλοκάρισμα…

Δοκιμάζει λοιπόν διάφορες μεθόδους για να το καταπολεμήσει:

Αρχικά ανασύρει από τη μνήμη του φύρδην- μίγδην σποραδικές αναμνήσεις που αφορούν τον Ακριθάκη, πράγμα όμως που αυξάνει το στρες του :   «Έμπλεξα παραπάνω. Ξεχώριζα φάσεις και φασούλες, κάθε μέρα και καινούριες, τις άλλαζα με άλλες, τις ξανάλλαζα με τις προηγούμενες και φτου κι απ’ την αρχή. Δεν είχε χαΐρι.

Τι θα πω;…Πώς θα το πω;…Πώς θ’ αρχίσω;… Πώς θα τελειώσω;…»(σελίδα 28)

Έπειτα αλλάζει γνώμη κι αποφασίζει να πλέξει το εγκώμιο του φίλου του με βάση τις αρετές του: «Είπα ν’ αλλάξω κοντσέπτ, που λένε. Να παρατήσω τις ιστορίες και να πω για τον τύπο του, το στιλ του. Να πω ας πούμε, που ήταν ρέμπελος και ασυμβίβαστος και για την έφεση που είχε με τους τάχαμ-δήθεν και τους υποκριτές.», κλπ. κλπ. (σελίδα 29)

Μετά,  ψάχνοντας για έμπνευση, ξεθάβει κάτι ξεχασμένα γράμματα: «Τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα και τον καταθυμήθηκα.[…] Και πάνω που κράτησα κάτι ατάκες για ώρα ανάγκης, ταιριάζαν και στις μέρες μας, φαντάστηκα τη Φώφη. Να με μαζεύει.» (σελίδα 30)

Κατόπιν, ξεθάβει επίσης ξεχασμένες, σύντομες, φευγαλέες αναμνήσεις (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν περιλαμβάνονται στο Σοφέρ): «πέρασα στο δύσκολο, άρχισα να ψάχνω πάλι στο κεφάλι μου για ενσταντανέ. Και να τα βάζω στην άκρη. Τέρμα οι σαρδέλες, πήγαινα για μαρίδες.» (σελίδα 31) Απογοητεύεται σύντομα όμως: «Ούτε αυτό το κοντσέπτ έπιασε. Το παράτησα με το που το άρχισα, παραήταν αποσπασματικό. Μια χαρά για κάνα δίλεπτο που είχα κατά νου, αλλά για παραπάνω δεν φτουρούσε. Έβρισκα. Οπότε φουλ στρες. Καθότι διαπίστωνα πως κάτι μέρες πριν την ομιλία δεν ήμουν έτοιμος. Καλύτερα να πω, ήμουν πολύ ανέτοιμος. Και πιο μπερδεμένος από πριν.» (σελίδα 34)

Αργότερα, απελπισμένος, κάνει μια κωμικοτραγική επίκληση στο Πνεύμα του Ακριθάκη:   «Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες… Το ’λεγα και το ξανάλεγα, από μέσα μου, απ’ έξω μου, μουρμουριστά, φωναχτά, παρακλητικά, ακόμα και τσαντισμένα, αλλά το Πνεύμα απόν. Ούτε με λυπόταν ούτε με φοβόταν. Πάντως μ’ άκουγε.» (σελίδα 34)

Κάποια στιγμή, ζητάει τη γνώμη της αρραβωνιαστικιάς του και μετά το μετανιώνει, μην τολμώντας να της πει την αλήθεια: «Είπανα την εμπλέξω στο θέμα μου, τον ήξερε τον μακαρίτη και από τα χρόνια του Βερολίνου […]το έκανα, με μισή καρδιά. Και με τρόπο. […] με σιχτίρισα από μέσα μου που την έμπλεξα». (σελίδα 35)

Παραδέχεται, τέλος, τόσο στον εαυτό του όσο και στον μελλοντικό αναγνώστη του, το συγγραφικό του μπλοκάρισμα: «Το σκεφτόμουν από δω, το σκεφτόμουν από κει, το σκεφτόμουν από παραπέρα κι άκρη δεν έβγαζα. Προσπάθησα να […]γράψω πέντε πράγματα μιλάμε, να τα κοιτάω να κατεβάζω καμιά ιδέα περί του ατόμου και δεν μου καθόταν λέξη. Της προκοπής εννοώ. Και η φωνή της Φώφης τον χαβά της.» (σελίδα 36)

Το σασπένς κορυφώνεται καθώς φτάνει η κρίσιμη μέρα και ο συγγραφέας δεν έχει ακόμα οριστικοποιήσει το θέμα και το τέλος της ομιλίας του.

Ας μην ξεγελαστεί όμως ο αναγνώστης, νομίζοντας πως το Αχ Αλέξη, μ’ έμπλεξες έχει να πει πράγματα για τον Ακριθάκη σαν ζωγράφο. Αυτά δεν τα λέει. Λέει πάντως αρκετά πράγματα για τον Ακριθάκη σαν προσωπικότητα.

Και πολύ περισσότερα για τον Αυλίδη σαν συγγραφέα!

Τελειώνοντας λοιπόν το βιβλίο, ανακαλύπτουμε ότι, παίρνοντας αφορμή από κάτι που -αν και αφορούσε έναν αγαπημένο του φίλο- κατάντησε γι’ αυτόν σκέτος βραχνάς, ο Πέτρος Αυλίδης επωφελείται για να μοιραστεί με τους αναγνώστες του τις αγωνίες και τις «ωδίνες» μιας συμβολικής «γέννας».

Με άλλα λόγια, το βιβλίο αυτό είναι  η ιστορία της σταδιακής μετάλλαξης μιας αγγαρείας σε έμπνευση!

 

Θεσσαλονίκη, 14 Μαΐου 2015

από την παρουσίαση στο βιβλιοπωλείο «Γιάφκα»,

ΛΙΖΑ ΜAMAKOYKA.