Της Μικελας Χαρτουλαρη, Εφημεριδα των Συντακτων

Γέλιο Διαβρωτικό.
Της Μικέλας Χαρτουλάρη.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 28 Μαρτίου 2014

 

Τρεις σελίδες για την ανασκαφή που κάνει στη μύτη του ο «κύριος Υπουργέ», προκειμένου να ελέγξει την κρίση άγχους του, λίγο πριν ξεκινήσει η πανηγυρική του συνέντευξη Τύπου.
Τρεις σελίδες για τα «μεστά και νόστιμα μεζεδάκια» που συλλέγει από το «εσωτερικό τείχος του κάτω ρινικού χόνδρου», χρησιμοποιώντας ως σκαπάνη το «επιμελώς περιποιημένο νύχι του».

Καθώς ο αναγνώστης διαβάζει το 12σέλιδο διήγημα «Θεράπων Υπουργός» του 44χρονου Γιώργου Γκόζη, αυθόρμητα φουντώνει μέσα του ένα αηδιασμένο γέλιο για τον «γαλαξία των Κομματικών Πολιτικών» που εξασκούνται στις πιρουέτες, οργανώνουν το προφίλ τους έτσι ώστε να ανταποκρίνεται σε ένα ετερόκλιτο πλήθος συμφερόντων, και εκτελούν τον ρόλο τους «δίχως αγάπη». Οπως δίχως αγάπη τους αντιμετωπίζουν οι «παρατρεχάμενοι πολίτες της ήσσονος προσπάθειας και της μέγιστης απολαβής» που μια ζωή τούς γλείφουν. Ο αναγνώστης σκέφτεται τους Λιάπηδες και τους Αδώνιδες, οι οποίοι αναρριχώνται την ώρα που άλλα κομματικά αστέρια πέφτουν, όμως ο συγγραφέας δεν φωτογραφίζει κανέναν ειδικά. Σχολιάζει τον υποκριτικό και κυνικό τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας και τις μικρές βρόμικες χαρές που οι «υπηρέτες του λαού» κρατούν μυστικές. Και ενώ εκείνος περιγράφει με κυριολεκτικούς όρους μια σιχαμερή διαδικασία, ο αναγνώστης σκέφτεται με συμβολικούς όρους τις βρόμικες μίζες των πολιτικών.

Θεσσαλονικιός που σπούδασε Θεολογία και εργάζεται σε ναυτιλιακή εταιρεία, ο Γκόζης κουρδίζει με γέλιο δεκαοκτώ διαβρωτικές ιστορίες, που σχολιάζουν τις μικρές και μεγάλες εξουσίες στη νεοελληνική καθημερινότητα των τελευταίων 25 χρόνων. «Αν τους πάμε κόντρα, θα μας ισοπεδώσουν», μου εξήγησε, «γι’ αυτό πρέπει να σκεφτούμε άλλους τρόπους για να πάμε παραπέρα». Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή του (μετά τον Νυχτερινό στο βάθος, Νεφέλη, 2002), η οποία μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις. Εχει τίτλο Αφήστε με να ολοκληρώσω -φράση εμβληματική για την τηλε-εξουσία- αλλά μονάχα στο οπισθόφυλλο εστιάζει άμεσα στην τηλεοπτική αντίληψη για την ενημέρωση. Ξεναγοί του αναγνώστη είναι κάτι αδιανόητοι χαρακτήρες, ιδωμένοι σαν μέσα από ευρυγώνιο φακό, τους οποίους ο Γκόζης ενορχηστρώνει σε ένα γάργαρο γλωσσικό πανηγύρι. Κι έτσι προκαλεί, λ.χ., ένα γέλιο τρανταχτό και κατεδαφιστικό για να σατιρίσει το εκπαιδευτικό σύστημα και τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία κάποιων δασκάλων («Εκθεση ιδεών» – εξαιρετική). Ξυπνά ένα γέλιο θυμωμένο και διαβρωτικό, για να σαρκάσει τις πρωτόγονες συνθήκες καθαριότητας στα κέντρα στρατιωτικής εκπαίδευσης, και τους συμπλεγματικούς στρατιωτικούς που αναζητούν πτυχιούχους φαντάρους για να τους αγγαρέψουν («Το Πλοίο της Αγάπης» – αναφέρεται στη σκουπιδιάρα όπου ανεβάζουν τα «ψάρια»).

Με ένα γέλιο ανατριχιαστικό, υπονομεύει τους αυτόπτες μάρτυρες που έχουν αναγορευτεί σε «Μεσσίες της ενημέρωσης» κι έχουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν τον οποιονδήποτε καθώς αναδεικνύουν αποσπασματικά γεγονότα ή τα αλλοιώνουν («Ο αυτόπτης»). Προχωρώντας, καταδικάζει με ένα γέλιο κοροϊδευτικό τους εμπόρους του ανθρώπινου πόνου («Τηλεκηδείες live»), σαρκάζει με ένα γέλιο ειρωνικό τους μοναχούς που κάνουν μπίζνες χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο («Ακηδία.com») και με ένα γέλιο δηλητηριώδες ειρωνεύεται το μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής όπως πρωτοεφαρμόστηκε στο Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας («Ασκήσεις δημιουργικής αντι-γραφής»). Αλλά επιφυλάσσει και ένα γέλιο ανεκτικό και αγαπησιάρικο για τους ντελιβεράδες με τα παπάκια, τους τζαμπατζήδες στις συναυλίες και τους τσιγγάνους πωλητές γυαλιών, οι οποίοι μέχρι πρότινος ξεχώριζαν -με αντικανονικούς τρόπους- στον ελεύθερο χωρόχρονο των Θεσσαλονικέων («Τριλογία των φυλών της πόλης»). Κι ακόμα, κρατά ένα γέλιο περιπαικτικό, για τους άντρες που κρέμονται από το φαλλικό σύμβολο της κυριαρχίας τους («Αποκοπή χαλινού»).

 «Μιλώ κυρίως για όλους όσοι εγκλωβίστηκαν στην Ελλάδα, σε μοντέλα άσκησης εξουσίας και μοντέλα ζωής που τους έκαναν να νομίζουν πως είναι πιο σημαντικοί απ’ ό,τι πραγματικά είναι», λέει ο Γκόζης στην «Εφ.Συν.». «Είναι αυτοί που κρατούν το τιμόνι ενός τζιπ, αλλά το τζιπ είναι ανεβασμένο σε μια σχεδία, και η σχεδία κατεβαίνει ένα ορμητικό ποτάμι, όμως εκείνοι έχουν την εντύπωση πως, στρίβοντας το τιμόνι, καθορίζουν και την πορεία της. Είναι οι άνθρωποι που δεν βλέπουν το ευρύτερο πλαίσιο και ασκούν τη μικρο-εξουσία τους σε ένα κουτί».

Μαγική μεταβατική εποχή

Η γενιά του Γκόζη, η γεννημένη το 1970, μεγάλωσε σε μια μεταβατική εποχή για την οποία εκείνος διατηρεί μια «εικόνα μαγική», όπως γράφει, στο ευφορικό «Από το Dégré Zéro ώς το Berlin». Ετσι διαφοροποιείται από τους συγγραφείς που τα τελευταία χρόνια δαιμονοποιούν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ως αποκλειστικώς υπεύθυνες για τα σημερινά δεινά του τόπου. Στο διήγημά του σχολιάζει πόσο σημαντικό ήταν το ότι τελείωνε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν η αυστηρή δομή της ιεραρχίας και μια ορισμένη αισθητική, κι ότι τη σκυτάλη έπαιρνε η νεωτερικότητα και το Διαφορετικό ως τέτοιο. Περιγράφει λοιπόν τη δική του Αλεξάνδρεια, τη Θεσσαλονίκη, μέσα από τη διαδρομή του στα στέκια του 1980 (τζαζίστικα, ροκάδικα, κρεπερί, σουβλατζίδικα, βιβλιοπωλεία, καταστήματα αθλητικών ειδών κ.ά.), που είναι και μια διαδρομή προς την ενηλικίωση.

Θυμάται πως ο Κωστής Μοσκώφ, εμβληματικός διανοούμενος της ανοιχτόμυαλης αριστεράς, όρθιος πίσω από την μπάρα σέρβιρε αυτοπροσώπως στα γενέθλιά του, τους θαμώνες στο «Dégré Zéro». Θυμάται ότι το βασικό για τη γενιά του ήταν, όχι τόσο η δικαίωση των αγώνων όσο «η αγωνιστική μας φύση να μη χάσει τον λόγο ύπαρξής της αναμετρούμενη με τον εαυτό της». Και, κυρίως, καταξιώνει την ευρυχωρία εκείνης της ανήσυχης εποχής, καλώντας εντέλει τον σημερινό αναγνώστη (αλλά και τα παιδιά στο «Παραμύθι για ένα αγόρι» και τους επίδοξους συγγραφείς στο «Διηγήματα ρολάκι») να ανακαλύψει τη ζωή που πάλλεται. «Εχω την εντύπωση», γράφει, «ότι η γενιά μας ζει έκτοτε στην κορυφή ενός κυλιόμενου τροχού, προσπαθώντας να ισορροπήσει, καθώς αυτός κινείται πολύ γρήγορα μέσα στα χρόνια».

Το επίτευγμα του Γκόζη είναι ότι οι αναφορές του στο παρελθόν δεν είναι μουσειακές. Μπορεί να αναδεικνύει την αγαπητική κοινότητα που κατέβαινε με λεωφορείο για μπάνια, τραγουδώντας ξένα και ελληνικά σουξέ («Play bouzouki»), μπορεί να παρουσιάζει μια αντιμετώπιση του τουρισμού που δεν ήταν δουλική («Ως ευ παρέστητε») ή να τιμά τον 23χρονο φίλο που πέθανε από υπερβολική δόση («…και δε με λες, σ’ αρέσει ο πουρές;»), αλλά κάθε φορά βλέπει τα παλιά στη σημερινή τους δυναμική. Οταν άλλοι λένε «ζήσε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία σου», εκείνος επιμένει «Ζήσε την σαν να είναι η πρώτη της υπόλοιπης ζωής σου».