... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Υποψιασμένη γραφή

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7-31.03.2002, από το Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Ο Γιώργος Γκόζης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1970 και από το 1998 άρχισε να παίρνει μέρος σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, μεταξύ των οποίων και ο περσινός διαγωνισμός διηγήματος της «Βιβλιοθήκης» της «Ελευθεροτυπίας», όπου και ξεχώρισε ανάμεσα στους πρώτους δέκα.

Την πρώτη συλλογή διηγημάτων του, που μόλις κυκλοφόρησε από τη «Νεφέλη», «Ο νυχτερινός στο βάθος», απαρτίζουν έντεκα κομμάτια, γραμμένα όλα με αβίαστη έκφραση και πυκνό ύφος. Ο Γκόζης δεν ψάχνει τα μέσα του. Ξεκινάει, αντιθέτως, με το κεκτημένο τους και στήνει ευθύς εξ αρχής ιστορίες με γερό σκελετό και σωστά υπολογισμένο ρυθμό. Τα θέματά του είναι αντλημένα από δύο κατά βάσιν πηγές: από τη λαϊκή καθημερινότητα της γενέτειράς του και από τα παιδικά ή τα εφηβικά του χρόνια. Τα εκτεταμένα διηγήματα, όπου έχει την ευκαιρία να δουλέψει το μύθο του και να φωτίσει σ” ένα ορισμένο βάθος τα πρόσωπά του, του πηγαίνουν ασφαλώς καλύτερα. Οι μικρότερες συνθέσεις, όπου προτιμά να πλέξει κάποιες εικόνες γύρω από ένα κεντρικό μοτίβο (νοσταλγικό, συμβολικό ή και ιδεολογικό) ρέπουν προς έναν ποιητικισμό, που μολονότι αποφεύγει τα συναισθηματικά ξεχειλώματα δεν παύει κατά τόπους να είναι κάπως γλυκερός και φλύαρος μέσα στην προαποφασισμένη λιτότητά του. Τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής του Γκόζη είναι έξι: «Ο νυχτερινός στο βάθος», «Η κόντρα», «Ο σεισμός, η αλάνα και το καλοκαίρι», «Ελα με την καλή, κουμπάρε», «Ο Ντουζλαμάς» (το κείμενο με το οποίο συμμετείχε στο διαγωνισμό της «Βιβλιοθήκης») και «Εικοσιοχτώ η τσιπούρα». Στις σελίδες τους, όπου πρωταγωνιστούν, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, άνθρωποι του λαού, αλλά και πλήθος σκανταλιάρικα παιδιά, ο Γκόζης επαναφέρει την πολυδοκιμασμένη αστική μυθολογία της Θεσσαλονίκης, σκιαγραφώντας ένα κατά κανόνα υποβλητικό φόντο, που αναδεικνύει λειτουργικά τη ζωή των ηρώων, χωρίς να υπερφορτώνει το σκηνικό της πλαίσιο. Αξίζει, νομίζω, τον κόπο να σημειώσω εδώ πως ο συγγραφέας δεν αγιογραφεί τους ήρωές του ούτε τους μετατρέπει σε αντικείμενο ηθογραφικής διερεύνησης: αδιατάρακτος σκοπός του, από την πρώτη ώς την τελευταία του αράδα, παραμένει η εικονογράφηση της απολύτως ατομικής τους συνθήκης.

Συστατικό στοιχείο του βιβλίου του Γκόζη θεωρώ και την υποδόρια ειρωνεία του. Με ξαφνικές ιστορικές αναφορές, μάλλον υπερρεαλιστικά συνδεδεμένες με τα αφηγηματικά δρώμενα, ή με μιαν απρόσμενη τροπή της πλοκής, που φτάνει κάποτε να χλευάσει ακόμη και το θάνατο, ο Γκόζης αποδραματοποιεί δραστικά τα πρόσωπά του, κλείνοντάς μας συχνά το μάτι ως προς την αληθοφάνεια και τη ρεαλιστική αξιοπιστία τους. Και εν προκειμένω η πρόζα του αποκτά, βεβαίως, μίαν επιπλέον διάσταση, ιδιαιτέρως ενδεικτική για τους καρπούς που μπορεί να αποδώσει στο μέλλον.

Θα το τονίσω ξανά, κλείνοντας: ο Γκόζης εμφανίζεται με μιαν ήδη ώριμη και υποψιασμένη γραφή, που δημιουργεί και τις ανάλογες απαιτήσεις για την επόμενη προσπάθειά του.