... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

O εκτελωνιστής Στέφανος Γκόζης γράφει για τον ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Ο   Δικός μας ποιητής ΑΝΕΣΤΗΣ  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
*
*
Η Ντίνα, ο Γιάννης, η Κλειώ, η γιαγιά Κλειώ, η αδελφή Ηρώ, ο Θράσος, τον αποχαιρέτησαν χωρίς σπαραγμό. Με πόνο βαθύ και κλάμα βουβό. Η πομπή που πέρασε μπροστά από τα ανοιχτά σπίτια και τους ανθισμένους κήπους, αλλά και τα έκπληκτα μάτια των κατοίκων -για το ποιος ήταν αυτός που έφευγε – ήταν γεμάτη από στεφάνια και λουλούδια της άνοιξης και κατέληξε στον Ι.Ν. της Κοίμησης της Θεοτόκου, στο Ωραιόκαστρο.
Διακεκριμένοι λόγιοι, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, άνθρωποι της τέχνης και του πνεύματος, ανάμεσα σ” αυτούς που τον τιμούσαν, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο καθηγητής Μανωλεδάκης, ο Τάκης Καΐσης, ο Τηλέμαχος Αλαβερας, ο Κλείτος Κύρου κ.ά. Μαζί τους και μεις οι ταπεινοί. Οι συνάδελφοί του από την δουλειά που έκανε για τη ζήση του. Αυτήν του εκτελωνιστή. Ο καιρός της ταραχής τέλειωσε. Μια θάλασσα βουβή, οι φίλοι, χωρίς κύματα, χωρίς βογκητό. Η μνήμη του, δεν ήταν πικρή, δεν ήταν ούτε σκληρή. Δεν υπήρχαν ένοχοι. Και δεν υπήρχαν τύψεις για το χαμό. Και ύστερα, μετά την τελετή, ανεβαίνοντας κατά το σπίτι τους, σουρούπωνε  και άναβαν σιγά – σιγά τα φώτα κάτω από την πόλη.
.
Ο Κύριος, τον αγαπούσε πολύ, γι” αυτό τον πήρε μαζί του, την ημέρα που γιόρταζε. Ήταν παραμονή Πρωτομαγιάς του 1994 και Πάσχα μαζί.
.
Ίσως αυτός ο βουβός αποχαιρετισμός ήταν που ανάγκασε τον Βάσο τον Σιάπκα να πει δύο λόγια από καρδιάς και για λογαριασμό των φίλων του από το λιμάνι, μια που όλοι οι πνευματικοί παριστάμενοι «μπούκωσαν» από τη μεγάλη απώλεια. «Φεύγεις σεμνά και αθόρυβα τη μέρα της γιορτής σου, όπως σεμνός και αθόρυβος ήσουν τα χρόνια της ζωής σου» και παρακάτω:
«Τέλειωνες τη δουλειά σου αθόρυβα και ευγενικά και μετά ξεμάκραινες ψηλός, γερτός με την τραγιάσκα, την ομπρέλα και τις διασαφήσεις στη μασχάλη, στο καλντερίμι του λιμανιού, στο δρόμο για άλλη αποθήκη, για άλλη μια «κατάθεση φθοράς», για άλλο ένα «ξόδεμα» του νου και της καρδιάς». Και τελειώνοντας είπε: «Εμείς Ανέστη, σ” αποχαιρετούμε με δυο δικούς σου στίχους που έγραψες για αγαπημένο φίλο (Λουκά Βενετούλια), που τόσο πολύ ταιριάζουν και σε σένα».
- «Το κόκκινο που τόσο αγάπησε ήταν η αθώα του καρδιά, που αγρυπνούσε τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη γλυκοκοιμόταν και μυστικά δίχως παράπονο μάτωνε για τα ανθρώπινα.
Κύριε, αν ένα ολιγόπιστο μπορείς ν” ακούσεις κατάταξε τον με τους δικαίους κι ανάπαψε τον».
.
Αυτός που εκοιμήθη, ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Ήτανε όμως κι αυτός φτιαγμένος από σάρκα και αίμα και κόκκαλα. Και όσο επί πέντε χρόνια πάλευε με την αρρώστια του, άλλοτε την αποδέχτηκε, άλλοτε την βλαστήμησε, άλλοτε παρακάλεσε τον θεό να τον γιάνει, άλλοτε του ζήτησε συγγνώμη για τη λιποψυχία του, την ευτυχώς πρόσκαιρη.
.
Έγραφε στο ποίημά του «Η ΕΡΗΜΩΣΗ»:
Είμαι φτωχός και έρημος άνθρωπος πια
όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.
Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν
το φαρμακώσανε πολλές φορές,
το έκαψαν, το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.
Κύριε, εσύ που δέχτηκες
φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους
στον οίκο Σου,
δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.από τη συλλογή «ΤΟ ΧΙΟΝΙ  ΚΑΙ  Η  ΕΡΗΜΩΣΗ», εκδόσεις Χειρόγραφα, Φεβρουάριος ’94.
.
Με συγκίνηση δέχτηκα την προτροπή του αντιπροέδρου του Συλλόγου Εκτελωνιστών Θεσσαλονίκης, – Σ.Ε.Θ. – και πολύτιμου φίλου Στέφανου Βουλγαράκη, να γράψω ένα αφιέρωμα στο συνάδελφο – ποιητή. Οφείλω βέβαια να σας ομολογήσω ότι δεν είμαι κριτικός της ποίησης ή της  λογοτεχνίας. Δεν είμαι ούτε πεζογράφος. Θά “λεγα δε ότι και η παρατηρητικότητα μού λείπει σε μεγάλο βαθμό. Φόβος με κυρίεψε και πανικός. Μπορώ να γράψω η αφεντιά μου για τον ανεπανάληπτο, το μοναδικό, αυτόν που δεν έμοιαζε σε κανέναν; Μέσα στις γραμμές του κειμένου μου, θα μπορέσει να χωρέσει ο θαυμασμός, αλλά χωρίς διογκωμένο λυρισμό θα μπορέσει να καταδειχθεί το μέγεθος της ποιητικής, αλλά και της ποιοτικής αξίας του ποιητή;
.
Έψαξα σε όλα τα αφιερώματα να βρω εάν έγραφαν τι δουλειά έκανε ο ποιητής. Με τι συντηρούσε τον εαυτό του, αλλά και την οικογένειά του. Αν εξέδιδε τις συλλογές του κάποιος ή κάποιοι εκδοτικοί οίκοι από την αρχή της σταδιοδρομίας του ή αν ήταν ο ίδιος εκδότης των ποιημάτων του. Ελάχιστες γραμμές μόνο: ήταν εκτελωνιστής από το 1960 έως το 1994. Θυμάμαι όμως, πως πολλές φορές εδιάβασα ή και άκουσα, ότι ο τάδε ποιητής ήταν ιατρός, αρχιτέκτων, διπλωμάτης, δικηγόρος κλπ. Δε βαριέσαι, είπα: φαίνεται ότι το να είσαι εκτελωνιστής, θεωρείται από τους κριτικούς και τους ανθρώπους της τέχνης γενικότερα, όχι ικανή συνθήκη για να το αναφέρουν. Κι ας έχουμε στις τάξεις μας κι ένα Γιάννη Σκαρίμπα. Ας είναι. Αυτή που αναφέρεται, σχεδόν σχολαστικά στο θέμα, είναι η σύζυγος του ποιητή κυρία Ντίνα, της οποίας της οφείλω ευγνωμοσύνη για τις πολύτιμες πληροφορίες, προφορικές και γραπτές, που μου έδωσε. Αυτή ήταν η πρωτογενής πηγή και η εργαλειοθήκη που δαψιλώς μου προμήθευσε έντυπα, βιβλία, περιοδικά, φωτογραφίες και τέλος, τεράστιο όριο ανοχής για τις ερωτήσεις μου. Μου απέδειξε πως υπήρξε πολύτιμος σύντροφος, μούσα, αλλά και συμμάρτυρας μιας ολόκληρης ζωής για τον ποιητή.
.
Σημαντικές γνώσεις απεκόμισα από τα μεγάλα αφιερώματα των εκδόσεων «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ»  και το λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο», όπου σημαντικοί άνθρωποι αναλύουν το ποιητικό έργο, αλλά και τη στάση ζωής και ευθύνης του ποιητή.
.
Ο συνάδελφος Θρασύβουλος – Θράσος Μπαντής, ήταν μια άλλη πολύτιμη εργαλειοθήκη. Έζησε 34 χρόνια κοντά στον ποιητή, συνεργάτης και συνεταίρος στο εκτελωνιστικό γραφείο. Από το Θράσο μαθαίνουμε, ότι ο ποιητής αγαπούσε πολύ το ψάρεμα, τη λαϊκή μας μουσική, έριχνε πολλές φορές σε στιγμές ευφορίας τις βόλτες του, κάτω από τη μουσική του Τσιτσάνη ή από τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλου, ακόμη ότι ήταν και πολύ φίλαθλος. Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και για τον «Μακεδονικό» ήταν παρομοιώδης. Λέει ο Θράσος: Αν άκουγες δυνατά κάποιον να φωνάζει “Μα-κε-δο-νι-κός – Μα-κε-δο-νι-κός” ήταν ο ποιητής. Κι αν ήταν δύο μόνο φίλαθλοι μέσα στο γήπεδο, ο ένας ήταν αυτός.
.
Στη σειρά των ευχαριστιών μου, τελευταίος, αλλά όχι έσχατος, ο Στέφανος Βουλγαράκης: Στις δικές του άοκνες προσπάθειες, οφείλεται η ανακάλυψη του απολυτηρίου του από το ΑΝΑΤΟΛΙΑ, το πιστοποιητικό γεννήσεως, η αίτηση βοηθού εκτελωνιστή του πατέρα του, το ίδιο το πτυχίο του εκτελωνιστή, όλα αυτά τα πολύτιμα ντοκουμέντα που σας παραθέτουμε μέσα από το φύλλο της εφημερίδας μας. Όλα αυτά τα βρήκε ο Στέφανος, αφού έψαξε με όρεξη και μεράκι επιστήμονα – ερευνητή.
.
Αργήσαμε είναι αλήθεια ο επαγγελματικός χώρος των εκτελωνιστών Θεσσαλονίκης να τιμήσει δημόσια και επίσημα τον μεγάλο συνάδελφο. Της πρέπει έπαινος της διοίκησης του Σ.Ε.Θ. που το κάνει σήμερα. Ο Πρόεδρος μας, Βάσος Σιάπκας, ήταν κατηγορηματικός: «Μη μπλέξεις με κριτική αποτίμηση του ποιητικού έργου και μας αρπάξουν οι κριτικοί. Μόνο μερικά πολύτιμα ψήγματα του έργου του, όσο για να τον γνωρίσουν οι συνάδελφοι. Αν ενδιαφερθούν και αγοράσουν ποιήματα του, θα έχουμε προσφέρει κάτι κι εμείς στην ποίηση και στη γνώση». Ερωτώ, λοιπόν, τους συναδέλφους: τον θυμάσθε;
.
Ένας άνθρωπος που γίνεται ασκητής και περνά απαρατήρητος, επειδή μόνο έτσι μπορεί να κηρύξει το δικό του ευαγγέλιο: μόνιμα αφηρημένος, μόνιμα λιγόλογος. Έγραφε στο «Ποιος μπορούσε να το φανταστεί»:
«Κυκλοφορώ σ” ένα χώρο αφηρη­μένο
κινούμαι σε μια περιοχή φανταστική
ο κόσμος μου είναι καμωμένος από υλικά του ονείρου».Ένας μοναχικός. Καθημερινά συνέβαινε να τον συναντώ, πότε στα δηλωτικά, άλλοτε στην εισαγωγή ή στον Ο.Λ.Θ.  -στη Ζώνη, όπως λέγαμε οι   παλιότεροι-, αρκετές φορές στα ταμεία του Α΄ή του Β΄ Τελωνείου κι άλλες πάλι όταν μαλώναμε ή παρακαλούσαμε τους αποθηκάριους να μας  δώσουν clark ή εργάτες για να φορτώσουμε.
.
Πανύψηλος, ωραίος, με πλατύ μέτωπο και καστανά πλούσια μαλλιά και  την παντοτινή μελαγχολία στο βλέμμα. Μια γλυκιά μορφή, όπως του Ιησού. Μ” όλο της το φως, μ” όλη της την αυστηρότητα, μ” όλη της την ευλογία.
Παραμάσχαλα,  πάντοτε ένας φάκελος με έγγραφα και ανελλιπώς ένα δερμάτινο τσαντάκι. Το τσαντάκι αυτό, ήταν τόσο αξεχώριστο από τον ίδιο, που έλεγες πως πρέπει να γεννήθηκαν μαζί. Αρκετές φορές, μαζί με το φάκελο και το τσαντάκι, προεξείχε και η λαβή μιας ομπρέλας, άσχετα αν έβρεχε ή όχι.
Μόνιμα σχεδόν φορούσε ένα πουλόβερ κλειστό στο λαιμό, και οι γιακάδες του πουκαμίσου του ήταν έξω από το πουλόβερ. Περπατούσε με ένα ύφος που το νόμιζες θυμωμένο, ενώ μιλούσε ελάχιστα με τους συναδέλφους. Το ένιωθες ότι ο άνθρωπος ήταν «εκτός τόπου». Ήταν αλλού. Ο τόπος δεν τον χωρούσε.
Ίσως ανάμεσα στη χρέωση των δασμών μιας διασάφησης και στην ψυχοφθόρα για όλους τους εκτελωνιστές διαδικασία, της σωστής δασμολογικής κατάταξης και στο ατομικό συμφέρον του πελάτη του, πολλές φορές αυτός με ένα μικρό μολυβάκι σημείωνε πάνω σ” ένα χιλιοδιπλωμένο φύλλο χαρτί. Μπορεί να συγκροτούσε μια άψογη και πρωτότυπη σελίδα, όπου η κάθε διακύμανση, το κάθε συνταίριασμα λέξεων, το κάθε κόμμα, οι παύλες, οι παύσεις, οι παρενθέσεις, να συνέθεταν ένα ολόκληρο μηχανισμό, που ίσως – ίσως θυσιάστηκαν ζωές στην υπηρεσία του. Στο ποίημα του «Αν θρηνώ» εξομολογείται:
.
«Αν θρηνώ είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,
βάρος αβάσταχτο από λέξεις,
λόγια, φράσεις έτοιμες από καιρό,
νοήματα που δεν μπορούν να βγουν…»
.
Ο ποιητής, σαν παρουσία, δεν σου έδειχνε τίποτα από τον εσωτερικό εαυτό του,  παρόλο  που  όπως απεδείχθη: ήταν η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία του λιμένος της Θεσσαλονίκης.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 12 Μαρτίου του 1937.
Την μητέρα του την έλεγαν Κλειώ και τον πατέρα του Γιάννη.
Ο πατέρας του, ήταν ο κατοπινός πρόεδρος του Συλλόγου Εκτελωνιστών Θεσσαλονίκης.
Από τους αρχαιότερους εκτελωνιστές, είχε αριθμό πτυχίου 2 από το 1923. Μέχρι του θανάτου του, το 1957, εργάσθηκε ως εκτελωνιστής συνεχώς επί 34 χρόνια. Είχε δύο αγόρια και ένα κορίτσι.
.
Το 1940, ο ποιητής χάνει από τροχαίο ατύχημα, το μεγάλο του αδελφό, που ήταν δεν ήταν 5 χρονών. Η απώλεια αυτή τον σημάδεψε και  έρχεται και ξανάρχεται στην ποίηση του: Γράφει στο ποίημα   του, «Η Συνάντηση»:
.
«Ήτανε μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε, όταν
βγαίνοντας απ” το λιμάνι τσακισμένος, έπεσα πάνω σου.
Αδελφάκι μου, είπα και σ” ασπάσθηκα και κλαίγαμε κι οι δυο μας
ανάμεσα στους έκπληκτους περαστικούς.
Μα εσύ – αιφνίδιο φως καταύγασε το σκοτεινό μυαλό μου
κι έντρομος και βαθιά λυπημένος μαζί,
σε κοίταξα εντατικά στα μάτια –
εσύ “σαι  σαρανταπέντε  χρόνια κιόλας πεθαμένος ψέλλισα».από τη συλλογή «η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα, 1987.
.

Γυμνάσιο πήγε στο ΑΝΑΤΟΛΙΑ, από όπου αποφοίτησε το  1955. Το αποδεικτικό σπουδών που έχετε εμπρός σας, αναγράφει: γενικός βαθμός 15 και 10/13 Λεπτομέρεια: όσο καλός ήταν στα Νέα, θρησκευτικά, Λατινικά (βαθμοί: 17 και 18) το ίδιο καλός ήταν και στα Μαθηματικά, αν και ποιητική φύση. Το  κολέγιο  φημιζόταν  για  την πλούσια βιβλιοθήκη του. Ο νεαρός μαθητής βυθίζεται καθημερινά στη μελέτη των βιβλίων της. Έχει όμως και εξαίρετους καθηγητές: Παραράς, Παπαχατζής, Γεωργοπαπαδάκος  κ.ά.  Με την πολύτιμη βοήθεια τους διαβάζει λογοτεχνία, φιλοσοφία, ποίηση και γνωρίζει τον Καβάφη, τον Θέμελη, τον Καρυωτάκη, τον Ρίλκε, τον Ντοστογιέφσκι.
.
Τελειώνοντας το ΑΝΑΤΟΛΙΑ, μπαίνει στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου όμως παρακολουθεί ελάχιστα μαθήματα, μόνο την περίοδο 1955-1956. Την ίδια χρονική στιγμή που αποφοιτά  από  το  γυμνάσιο (3 Ιουλίου 1955)   ο  πατέρας  του καταθέτει αίτηση στις 5 Ιουλίου 1955 (2 ημέρες μετά), προς την επιτροπή του νόμου 5253 με αριθμό πρωτοκόλλου 56/6, Ιουλίου 1955, όπου «αιτείται, όπως ο γιος του εγκριθεί από την επιτροπή, να γίνει βοηθός εκτελωνιστού». Η ασθένεια του πατέρα του είχε ήδη κάνει την επίσκεψη της. Και ο ταλαιπωρηθείς πρόσφυγας,  θέλει να αποκαταστήσει επαγγελματικά, το γιο του, που θα έχει στο εξής να φροντίζει τον εαυτό του, τη μητέρα του και την αδελφή του. Έτσι   ο ποιητής εισέρχεται στα τελωνεία από το 1955 και εργάζεται ως βοηθός εκτελωνιστής. Ο πρόεδρος μας και πατέρας του πεθαίνει από καρκίνο 1,5 χρόνο αργότερα, το 1957.

.
Την περίοδο εκείνη γνωρίζει τον ποιητή Γιώργο Θέμελη (έμενε λίγο πιο κάτω από το πατρικό τους σπίτι σε μια παλιά   τούρκικη μονοκατοικία  και γράφει την πρώτη του μελέτη για την ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Ο θάνατος αρχικά του μεγάλου αδελφού του, η απώλεια του πατρικού σπιτιού, το σταμάτημα – ίσως αναγκαστικό – των πανεπιστημιακών σπουδών και η απώλεια και του πατέρα αργότερα, οδηγούν κάποτε το χέρι του, να γράψει:
«Πολύ το κατατρέχεις το τέκνο σου, Κύριε.
Η φωνή μου δεν φτάνει να σου ζητήσω να με βγάλεις πέρα: είσαι  πολύ  μακριά  για  να  μ” ακούσεις,
τούτο   μόνο: δείξε μου,
πού πηγαίνω»,
από τη συλλογή «Περιγραφή εξώσεως».
.
Το Δεκέμβριο του 1958, εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έντυπο, το ποίημά του»Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από μακρύ ταξίδι» στο μηνιαίο όργανο του «Πειραϊκού λόγου» το Περιοδικό μας.
Το 1959, κατατάσσεται ως νεοσύλλεκτος στην Καλαμάτα και υπηρετεί κατόπιν τη θητεία του επί 12μηνο, ως προστάτης οικογένειας.
.
Η επίσημη επαγγελματική του σταδιοδρομία ως εκτελωνιστή, αρχίζει στις 1 Φεβρουαρίου του 1960, όταν η επιτροπή του άρθρου 26 του Ν. 3793/57 «Περί εκτελωνιστών» του χορηγεί το υπ” αριθμόν 409 πτυχίο εκτελωνιστού. Η παράδοση που ξεκίνησε από το 1923 με τον πατέρα, συνεχίζεται το 1960, με το γιο.
.
Τον  ίδιο χρόνο, ο Δήμος Θεσσαλονίκης, προκηρύσσει λογοτεχνικό διαγωνισμό, στον οποίο παίρνει μέρος με την
ανέκδοτη ακόμη ποιητική    συλλογή του «Περιγραφή  εξώσεως».  Και του απονέμεται Έπαινος.
Με   δικά   του   έξοδα   (ιδιωτική έκδοσις) – δεν είναι τυχαίο όχι μόλις γίνεται εκτελωνιστής κατορθώνει απ’ τη δουλειά του να εκδώσει το πρώτο του έργο – κυκλοφορεί την ποιητική του συλλογή «ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΩΣΕΩΣ», 1960.
.
Είναι τόση και τέτοια η εντύπωση που προκαλείται από το πρώτο του κιόλας έργο, που ο μεγάλος μας Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει: «Σπάνια μια ποιητική συλλογή νέου και πρωτοφανέρωτου ποιητή, μου έδωσε ένα τέτοιο αίσθημα πληρότητας, με έφερε σε επαφή με μια γνήσια ποιητική φύση που δεν έχει ανάγκη από συμβατικές ενθαρρύνσεις ή πιθανολογήσεις για το μέλλον». Και στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ, πάλι το 1960, ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Διαπιστώνω την ειλικρίνεια χαμηλής αυτής φωνής, με τον μετρημένο τόνο, άλλοτε πιο πυκνό κι άλλοτε πιο χαλαρό, που δεν ξεφεύγει ούτε στιγμή από την εσωτερική αλήθεια του εξομολογητή της». Ένας καινούργιος μεγάλος της ποίησης είχε ήδη φανεί. Ο λόγος του, είτε στην ποίηση, είτε στα πεζά του, αργότερα στα κριτικά του σημειώματα, είναι απλός, ουσιαστικός, ακριβολόγος, χωρίς τίποτα το περιττό, γιατί η αλήθεια, αποκρούει τα στολίδια. Και ο δικός μας θαυμάσιος Ντίνος Χριστιανόπουλος στη «Διαγώνιό» του την Πρωτοχρονιά του 1961 μεταξύ άλλων: «Κι επειδή ποιος λίγο-ποιος πολύ, όλοι μας νιώθουμε ξεριζωμένοι και κατατρεγμένοι, καταφέρνει να μας αγγίξει χωρίς όμως να  καταφεύγει και σε ολοφυρμούς. Ό,τι προπάντων μας κερδίζει είναι η έλλειψη κάθε εξυπνάδας και εξεζητημένων εικόνων, καθώς και η αποφυγή μιας φτηνής ποιότητας λυρισμού».
Ο ποιητής μας, ξεκίνησε την πορεία του, στο διάστημα που η  Θεσσαλονίκη έπαυε να είναι μια πνευματική επαρχία και τέλειωσε τη ζωή του και κατ” επέκταση το ποιητικό-πνευματικό του έργο όταν η Θεσσαλονίκη ξανάρχισε πάλι – δυστυχώς – να γίνεται πνευματική  επαρχία. Την  εποχή  του,  λίγο νωρίτερα – λίγο αργότερα, ζούσαν και δημιουργούσαν στην πόλη μας, ο Νίκος Γραβριήλ Πεντζίκης, ο Γ.Θ. Βαφόπουλος, ο Γιώργος Θέμελης, ο Τόλης Καζαντζής, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Νίκος Μπακόλας κ.ά.
Και  όμως, όλοι εμείς οι εκτελωνιστές, με τα γραφεία μας, τους πελάτες και τις υποκλίσεις μας, «δεν τον γνωρίζαμε». Όταν αυτός, ο Άρχοντας, με ψηλά το ωραίο του μέτωπο, πέρασε ανάμεσα από τις συμπληγάδες της  καθημερινότητας, χωρίς να παραδώσει ούτε μια τρίχα από τα πλούσια μαλλιά του «τοις κυσί». Θεώρησε χρέος του, ακόμη και στο χώρο αυτόν,  του  λιμανιού  της Θεσσαλονίκης, που είναι γεωδαιτημένος με τα όργανα γεωδαισίας που   διαθέτει, να αποτολμήσει κινήματα της ψυχής, αιφνιδιαστικά και ανεξέλεγκτα. Φυσικά ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι χωρίς κινδύνους στο χώρο μας, και σε πολλούς άλλους βέβαια, εάν δεν έχεις να κερδίσεις απ” αυτό που κάνεις, σε κοιτάζουν όλοι μ” ανοιχτό το στόμα. Αυτός ανεβασμένος πάντα στην πάνω γέφυρα του καραβιού, παρακολουθούσε τα πουλιά που ξέφυγαν απ” τα ποιήματα του. Για την ακρίβεια, δεν ήταν πουλιά. Ήτανε σήματα, που για μας δεν έλεγαν τίποτα. Ε, κι ύστερα;
.
Το 1966 κυκλοφορούν πάλι σε ιδιωτικές εκδόσεις (γράφε: προσωπικά έξοδα) τα ποιήματα του: «ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ» και τα πεζογραφήματα: «ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ».
Όσο ψυχρό και αναίσθητο κι αν ήταν το επάγγελμα του εκτελωνιστή, ήταν  αυτό  που  του  έδινε  τη δυνατότητα να εκδίδει τις ποιητικές συλλογές του. Αν δεν υπήρχε αυτό, ίσως τα έργα του να έμεναν στο συρτάρι (όπως τόσων άλλων), να απογοητευόταν και να σταματούσε το γράψιμο, αφού οι εκδοτικοί οίκοι, πολύ  αργότερα,  θα  ρισκάριζαν χρήματα για  να  εκδώσουν  τις συλλογές του. Γράφει  στη ΜΕΘΟΔΟ ΑΝΑΠΝΟΗΣ:
.
«Το ξέρεις, Θεέ μου, πως δεν θέλω πολλά πράγματα για να ζήσω,
ξέρεις πόσο ολιγαρκές είναι το τέκνο σου.
Χρήματα δε σου ζήτησα ποτέ,
μήτε ωραία γυναίκα, να ζηλεύουν οι άλλοι…».
.
Έχω την άποψη, ότι κρίνοντας κάποιον ποιητή, ή άνθρωπο της τέχνης, γενικότερα, πρέπει  να γνωρίζει και τις επιμέρους κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές ακόμα επιρροές που συγκροτούν τον χαρακτήρα του. Ο ποιητής μας, πέρασε πάρα πολύ δύσκολα νεανικά χρόνια. Είκοσι χρονών ακόμα και είναι
υποχρεωμένος να συντηρεί την οικογένεια του. Και αυτό συνεχιζόταν για αρκετά χρόνια ακόμα.  Είναι δυνατό να μην επηρέασαν την κοσμαντίληψη του;
.
Στο μεταξύ: Ήδη από το 1960, σφοδρές κακοκαιρίες, κοινωνικές, πολιτικές,  πολιτιστικές  και αισθητικές, παρασύρανε τη σφαίρα της ζωής μας, που έχει ανυψωθεί σαν αερόστατο, σε περιοχές όπου κάθε επικοινωνία καθίσταται πια πολύ δύσκολη. Και δεν τον αφήνουν και τον ίδιο ανεπηρέαστο – γράφει για τη γενιά του ’60:
.
«Ανάμεσα στο φαρμάκι της οχιάς
και του λύκου το δόντι,
μεσ” την ομίχλη και το φόβο,
μες τον πανικό
και υπό το βλέμμα πάντα των χαφιέδων,
γνωρίσαμε τον κόσμο εμείς»,από τη συλλογή «Γενιά του ΄60, Το Χιόνι και η ερήμωση.
.
Και για τη δικτατορία, που σάρωνε τις ψυχές, αλλά και τις ζωές των ανθρώπων, γράφει:
.
«Με χίλιους τρόπους θέλησαν να με σωπάσουν,
τί δεν σοφίστηκαν: τη σιωπή – την καραντίνα – και το φόβο,
να με συντρίψουν θέλησαν, να γονατίσω»,
ποίημα “ Ο εχθρός” από τη συλλογή ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ.
.
Στο ποίημα του: Η ΑΝΑΒΑΣΗ – Συλλογή: ΑΦΑΙΜΑΞΗ,
.
«Με τι φωνή να πω για σένα σπίτι μου –
όταν γύρω γκρεμίζονται χιλιάδες σπίτια -
και πώς για τους καθημερινούς
μικρούς θανάτους μου – και τους
μικρούς μου τρόμους
να μιλήσω ακόμα – τώρα που ένα -
ένα σκοτώνονται τ” αδέλφια μου,
πέφτουνε δολοφονημένα απ” τους
ενόχους;»
.
Πάλι από τη Συλλογή Η ΑΦΑΙΜΑΞΗ, αντιγράφω:
.
«Είναι μια διαδικασία σταδιακής εξαπατήσεως.
Στα δίνουν πρώτα όλα: νεότητα, σφρίγος, γονείς, φίλους, αγάπη,
και πριν καταλάβεις καν τι σημαίνουν όλα αυτά,
αρχίζουν να σου τα παίρνουν μεσ”
απ’ τα χέρια, να σε κοροϊδεύουν».
.
Κι αλλού, πάλι:
«Παντού το κλέβουν το ψωμί.
Τ” αρπάζουν χέρια τοκογλύφων,
το παίρνουν γραμματείς, εντετα­λμένοι,
το χώνουν σε υπόγεια, το στοιβάζουν».
.
Έτσι είναι. Αυτά που φαντάστηκε ο ποιητής και έγραψε, υπήρξαν ή θα υπάρξουν πάλι. Ο χρόνος μέσα στα ποιήματα που έγραψε, τώρα φανερώνεται πόσο ασύλληπτος στάθηκε. Επειδή την έννοια της διάρκειας την έχουμε όλοι εμείς ήδη παραποιήσει. Και δυστυχώς, όλα τα εξαρτούμε από μια ταυτότητα που μας δόθηκε, χωρίς τις πιο πολλές φορές να την έχουμε ζητήσει. Αυτός προτιμούσε το καίριο. Ξέροντας πως κι αν αστοχήσεις στο επιμέρους, το όλον δεν παύει να υπάρχει.
.
Ένας ακατανόητος για μας συνειρμός από λέξεις. Ήδη αυτά που γράφω σήμερα, στην όραση και στην ακοή κάποιων ηχούν ακατάληπτα. Πώς αλλιώς, μπορείς όμως να σχολιάσεις, το παρακάτω αριστούργημα -μιλάει πάντα για τη δικτατορία:
.
«Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά,
να πεις για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις
για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,
για όσα δε λένε οι επίσημες αναφορές
και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,
βάζοντας όλη σου την αντοχή για να βρεις τους ενόχους».
.
Πώς αλλιώς να το σχολιάσεις; Αφού σήμερα τα ποιήματα υποκαταστάθηκαν, πρώτα από τις εφημερίδες, ύστερα από τα περιοδικά και τώρα από τις τηλεοράσεις; Ως και τα λόγια τα ελληνικά πεισμάτωσαν ξαφνικά και αρνούνται να υπακούσουν, εάν συμβαίνει να είσαι όχι μόνον από την άποψη της ιθαγένειας, αλλά και κατά φαντασία “Ελλην.
Μέσα όμως στη δικτατορία, ευτυχώς για τον ίδιο, γνωρίζει και ερωτεύεται την κατοπινή σύζυγο του, Ντίνα Παρούτη, καθηγήτρια του Κολεγίου ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Ο ποιητής πετάει. Για πρώτη φορά διαβάζουμε ερωτικά ποιήματα του.
.
«Χρόνια της πέτρας, δύσκολα
καιροί σκληροί, σε βράχον απάνω άνυδρο,
φαρμακερό γρανίτη,
με σαύρες ολόγυρα κι ουδ” ένα πράσινο φύλλο,
σ” έχτισαν, ψυχή μου.
Κι ήρθες εσύ – έτσι αναπάντεχα -
βούλα της άνοιξης – σώμα ανάερο της αυγής -
και αξιώθηκα για μια στιγμή να σε
κρατήσω τρυφερά – στην αγκαλιά μου.
Μεσ” στο σκοτάδι άκουσα την
καρδιά μου να χτυπά – σε πήρα,
καθώς που παίρνουν τα πουλιά, στα χέρια μου.
Αχ, δεν το φανταζόμουνα πως μια
στιγμή μονάχα πάθους, ένα μόριο χρόνου
θάφτανε να ζεστάνει όλη τη ζωή μου».
.
Και σε άλλο του ποίημα, της ίδιας περιόδου:
«Τώρα που βγάζω φτερά – και ένα
ένα μεταμορφώνονται τα κύτταρα μου
μη με κοιτάς έτσι έκπληκτη – δεν ξέρεις
πάγωσα τόσα χρόνια στα σκοτεινά -
έβγαλε αγκάθια το κορμί μου …
.
Τώρα που ξέρεις -
που βλέπεις να μεταμορφώνονται τα κύτταρα μου και να φυτρώνουν φτερά στους ώμους μου
και με φωνή πουλιού να σου μιλώ».
.
Και στο «ΕΛΑ ΝΑ ΚΑΟΥΜΕ»:
.
«Έλα να καούμε -
να γίνουμε παρανάλωμα -
να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις -
είκοσι χρόνια περίμενα τη στιγμή αυτή -
είκοσι χρόνια χωρίς να το ξέρω ετοιμαζόμουν -
κι εσύ να περιμένεις από τα γεννοφάσκια σου,
πιο πίσω ακόμα – από τη μήτρα της μάνας σου
και να “χεις   γίνει   έλασμα ως τον παροξυσμό
έλα να καούμε λοιπόν,
ακόμα πιο ψηλά -
ακόμα λίγο -
να μπούμε μέσα στη καρδιά του ήλιου -
να γίνουμε παρανάλωμα –
να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις –
αλλιώς δεν είναι δυνατό να γίνει».
.
Από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, όπως λέει ο ίδιος, άλλο δεν έκανε από το να ξεγυμνώνει αδίστακτα τη ψυχή του και να την αφήνει εκτεθειμένη στους άλλους, που ό,τι είχε να πει, το είπε μέσα στα ποιήματά του,  “με το χέρι στην καρδιά, με υλικό δακρύων, το ζωντανό κορμί του, υλικά που υπόκεινται στη φθορά, στο θάνατο, ανθρώπινα δικά μας” συνέντευξή του στον Γιάννη Κοτσιφό, Χειμώνας του 1990 για το Ράδιο-Παρατηρητής.
Τον καιρό που πολλοί συγκαιρινοί συνάδελφοι του ποιητή υπηρετούσαν με την πέννα τους το δημόσιο ψέμα, αυτός το αρνήθηκε θαρρετά και με γνώση του και έμεινε αρνητής. Δεν τον βοήθησε ίσως και η εποχή να γίνει οδηγός. Η ευγένειά του, έκρυβε από μας τους βάρβαρους, το μέγεθός του το ανθρώπινο. Έτσι είναι ποιητή: το ζευγάρι που πρόφτασες να περιγράψεις παραπάνω πως φιλιότανε, δεν είναι κατά βάθος, παρά μια επιβεβαίωση επιπλέον της αδεξιότητας που μας πλήττει, μπροστά στην ιδέα του θανάτου.
.
Στις 2 Ιανουαρίου του 1969, νυμφεύεται την αγαπημένη του Ντίνα. Και τον ίδιο χρόνο γεννιέται ο γιος του, ο Γιάννης.
Από το φθινόπωρο του 1970, ύστερα από προτροπή του Μανόλη Αναγνωστάκη, θέτει δημόσια θέμα συλλογής και έκδοσης των εργασιών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς λογοτεχνών, κάτι που εκείνη την περίοδο, δεν πραγματοποιείται.
Το 1971 κυκλοφορεί (πάλι σε ιδιωτική έκδοση) η συλλογή του «ΑΦΑΙΜΑΞΗ 66-70″.
Το 1973 γεννιέται η κόρη του Κλειώ.
Ο ίδιος συνεχίζει να γράφει, να γράφει, «φορτωμένος από λέξεις». Και το 1974 πάλι σε ιδιωτική έκδοση, κυκλοφορεί «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1956-1970″ όπου είναι συγκεντρωμένα όλα του τα προηγούμενα και προστίθενται άλλα δύο ανέκδοτα ποιήματα του. Στο ποίημα του «ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ», γράφει:
.
«Είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια που τριγυρίζουν στις γωνιές,
να γίνεις φίλος με τους ρουφιάνους και τους χαροκλέφτες,
ν” αγαπήσεις σαν να “ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό».
.
Εν τω μεταξύ, πέφτει η δικτατορία και στα 1975 επαναλειτουργεί η Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδας – που την είχε κλείσει η χούντα και ο ποιητής θα γίνει έκτοτε πολλές φορές μέλος του Δ.Σ. ώσπου στα 1978, επιτέλους έπειτα από 18 χρόνια εμφάνισης στα ελληνικά γράμματα και συνεχούς παρουσίας  του, οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, εκδίδουν τη συλλογή του «Τα χάϊ – κάϊ». Με ειλικρίνεια, λιτότητα, μέτρο, συμπύκνωση, απόλυτη ποιητική επάρκεια, αλλά και ρεαλισμό πηγαίο, διαβάζουμε σε ένα απ” αυτά:
.
«Στόμα αδηφάγο θηρίου -
τούτος ο τόπος
τρώει τα παιδιά του
με βία πια όχι.
Τρόπους να σ” αχρηστέψουν
πιο ύπουλους έχουν.
Αλίμονό του
την εύνοια άμα δεν έχεις των δεινοσαύρων
νύχτα παραμονεύουν να σε σπαράξουν άλλα τώρα θηρία».
.
Να σχολιάσω, αν άλλαξε τίποτα από τότε; Και πόσο προφητικός ήταν ο λόγος του;
Το 1979 από τις εκδόσεις ΕΓΝΑΤΙΑ της  Θεσσαλονίκης κυκλοφορεί  το βιβλίο του «Απογύμνωση». Στο ποίημα «Από τις σχάρες» αφιερωμένο στον αδικοχαμένο Τόλη Καζαντζή γράφει:
.
«Άρρωστα χρόνια
λύκοι φυλάν τα πρόβατα -
κι όσο θυμάσαι -
μέσα στη λάσπη πάντα κολυμπούσες -
και που να βγάλεις φωνή,
δε βγαίνει με το στόμα γεμάτο από σκατά –
κι αν βγει -
κανείς δε θα σ” ακούσει.
Στη Νέα Υόρκη, στη Μόσχα, στο Πεκίνο
λύκοι φυλάν τα πρόβατα παντού.
.
Κι  αλλού:
.
«Ναι  στο  ζεστό,
παντοδύναμο,
κατακόκκινο αίμα».
.
Κι ακόμα:
«Επίμονο, σφριγηλό, ακατανίκητο,
μεσ” απ” τα ερείπια πάντα θα φυτρώνει και
θα παρηγορεί το φλογερό τριαντάφυλλό σου, Ποίηση.

.

Παρακάτω:
«Το χώμα τούτο Έλληνες κλείνει εφήβους.
Διαβάτη στάσου».

.
Το λέω, λιγότερο από θλίψη και περισσότερο από αμηχανία, έτσι σαν παραλήρημα:
Από την ημέρα που μας άφησες, εκείνη την άνοιξη του ’94, κυριολεκτικά δεν έχουμε που να αποταθούμε. Είναι άραγε δυνατό να βρούμε πού θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε χιλιόμετρα ηθικής μετά από 50 χρόνια;
Όνειρα νέων, ίσως. Κι εμείς δεν είμαστε νέοι πια. Αλλά δεν είναι η  νεότητα  παρά  η  ισχύς  της φαντασίας; Μια δυνατότητα έστω ονείρου;
Να ρωτήσω που είναι η ηθική σήμερα; Πού βρίσκεται; Μήπως στα ρομπότ; Στους πυραύλους;
Στα αμερικανικά «κόμικς» ή στις πολιτικές μπροσούρες και στα επιχορηγημένα περιοδικά;
Ο αιώνας μας τελειώνει και μοιάζουμε κολοβοί και χωρίς εσένα, όσο ποτέ άλλοτε.
.
Αλλά ας συνεχίσουμε το χρονολόγιο του ποιητή.
Το  1981  οι  εκδόσεις ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, εκδίδουν το “ΑΝΑΓΝΩΣΗ   ΚΑΙ   ΓΡΑΦΗ» με διάφορα κείμενα κριτικής. Τον ίδιο χρόνο, εκλέγεται πρόεδρος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδας, θέση που διατηρεί μέχρι το 1984.
Το 1982 έπειτα από σκληρή πολύχρονη εργασία, αυτός που παρακάλεσε πολλές φορές το Θεό να τον αξιώσει να αποκτήσει ένα δικό του σπίτι, «Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί τη βίαιη έξωση από το προγονικό σπίτι με τα παλιά έπιπλα πεταμένα στους δρόμους, σπασμένα», επιτέλους κατορθώνει, με τη βοήθεια και της Ντίνας να αποκτήσει το δικό του σπίτι στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης.
Το 1985 οι εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ εκδίδουν σε δεύτερη έκδοση «ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ».
Ακόμη, με φίλους και ομηλίκους του, βγάζουν το «ΙΔΙΟΙΣ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙΝ», μια συλλογική προσπάθεια ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
.
Το 1987, σε ιδιωτική έκδοση, εκδίδει τη συλλογή του «Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», όπου ξεχωρίζω το ποίημα «Μ/S Nikola Vapcharov», αναφορά στον Βούλγαρο επαναστάτη και ποιητή που τουφεκίστηκε σε ηλικία 32 χρόνων από τους φασίστες της πατρίδας του το 1942:
.
«Πρωί στο πολύβουο λιμάνι πάλι βρέθηκα -
ανάμεσα σε τσιμινιέρες που κάπνιζαν -
σε γερανούς  και  σε  καμιόνια φορτωμένα -
στο χέρι χαρτοφύλακα κρατώ -
γεμάτον μ’ έγγραφα τελωνειακά.
Ιούλιος μήνας -
και ήλιος ανάλγητος στην άσφαλτο που λιώνει.
Περνώντας βιαστικός με το μαντίλι μουσκεμένο στο λαιμό
ξάφνου  διακρίνω ανάμεσα στο δάσος των καταρτιών και των φουγάρων
σκαρί ολόλευκο,  παράξενα υπερήφανο και ωραίο.
Στην πλώρη του με κόπο διακρίνω συλλαβίζοντας συγκινημένος
τρέμουν τα χείλη μου, υγραίνονται τα μάτια
σε δύστροπη κυριλλική γραφή, με κόκκινα γράμματα, τ” όνομα του ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΩΦ,
όνομα όχι ενός αγίου της χριστιανοσύνης καθώς συνηθίζεται,
αλλά ενός οσίου κι ενός μάρτυρα της ποίησης και της επανάστασης,συντριμμένος παίρνω το μουσκεμένο μου μαντίλι
και σφουγγίζω τα δάκρυα μου: στοχάζομαι το παλικάρι.
Εκείνος διάβηκε τον σύντομο, έστω, βίο του, φλεγόμενο άστρο και κάηκε τέλος, μεσ” την πίστη του, ωραίος.
Δεν ήτανε γραφτό του να επιζήσει και να δει
πώς εκποιούνται τα όνειρα, πώς αποφέρει σε συμπαιγνίες στυγερές υπεραξία το αίμα
και να πεθαίνει λίγο-λίγο σε φριχτή απιστία».
.
Το 1988  ο   ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ εκδίδει συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού του έργου «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (1956-1981).
Το 1989 τον Απρίλη, κάνει την εμφάνιση της η αρρώστια. Τον Οκτώβρη  μεταβαίνει στο Λονδίνο και το Δεκέμβρη του γίνεται η πρώτη επέμβαση.
Το 1990, εκδίδεται το βιβλίο του «Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική» από τον ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ.
Και το 1991, αδύναμος από την αρρώστια, παύει να κατεβαίνει στα τελωνεία, οι δυνάμεις του όλο και λιγοστεύουν. Τον Οκτώβρη του 1993 κάνει δεύτερη επέμβαση. Τον Φεβρουάριο του 1994, κυκλοφορούν η συλλογή του «Το χιόνι και η ερήμωση» από τις εκδόσεις ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ και η ανθολογία «Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ 1950-1970″.
Στις 30 Απριλίου 1994, ο Κύριος τον παίρνει κοντά Του.
.
Και νομίζω, είναι η ώρα να σας πω τούτο:
Ο ξεχωριστός αυτός άνθρωπος, που η μακεδονική γη δέχτηκε μέσα της, το Πάσχα του ’94, ήταν ο εκτελωνιστής Ανέστης Ιωάννη Παπαδόπουλος, που οι συνάδελφοι του εκτελωνιστές, δεν γνώριζαν ότι ήταν ο ποιητής Ανέστης Ευαγγέλου.Στους δε πολίτες της Θεσσαλονίκης, αλλά και τους θαυμαστές του έργου του σε όλη την Ελλάδα, θέλω να πω:
Ο Ανέστης Ευαγγέλου, ο ποιητής, που παρά πολλοί τον γνωρίσατε από την ποίηση του, ήταν ο εκτελωνιστής Ανέστης Παπαδόπουλος, και αυτό, πάρα πολλοί από σας δεν το γνωρίζατε.
Οφείλουμε γονυπετείς να σου ζητήσουμε συγγνώμη, συνάδελφε και ποιητή. Για λογαριασμό της ίδιας της ζωής μας.
Δεν έκανες ποτέ τον νάνο ανάμεσα στους νάνους και γι” αυτό είναι πολύ οδυνηρό γι” αυτούς να αναγνωρίσουν και να παραδεχθούν το πραγματικό σου ανάστημα.
.
Πόσο μάλλον, όταν μαντεύουν, ότι τους φέρνεις μια αυγή που το φως της, μήτε να το διανοηθούμε δεν θέλουν.
Η ποίηση έγινε για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του Θεού.
Ο σωρός από τα υλικά που είναι ο κόσμος, τόλμησες κάποτε να σκεφτείς, Ανέστη, ότι θα μπορούσε, με μια διαφορετική μέθοδο συναρμογής, που θα υπαγορεύεται από τα αισθήματα μας, να δώσει ένα οικοδόμημα, πιο κατοικήσιμο. Συνάντησες και συναντήσαμε τείχος αδιαπέραστο. Ο Θεός, που τόσο αγαπούσες και σε αγάπησε, σε έχει – είμαι βέβαιος – εν σκηναίς δικαίων κατατάξει. Στην μητέρα σου, στην Ντίνα, στον Γιάννη, στην Κλειώ, στην Ηρώ, στον Θράσο, να σε θυμούνται πάντα. Σε όλους εμάς, εύχομαι, αυτό που ο ίδιος ευχήθηκε:
Νά είστε πάντα χαρούμενοι και ν” αγαπάτε.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ Γ. ΓΚΟΖΗΣ,
Εκτελωνιστής,
Θεσσαλονίκη 1997
*

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Εκτελωνιστικές Καταθέσεις», 1997.
.
Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα Λογοτεχνία-Πολιτιστικά Εκτελωνιστών:
http://logotexnia-ekteloniston.blogspot.gr/2014/07/o-25-2014.html
στις 25 Ιουλίου 2014.