... από τον Γιώργο Γκόζη
FacebookEmail
FacebookEmail
formats

Blogger Timeline: «Γκουανό-Η Βιβλιοπαρουσίαση στην Κομοτηνή, 1.4.2017″

Γιώργος Γκόζης – Γκουανό – Η Βιβλιοπαρουσίαση

Το Σάββατο 1 Απριλίου 2017 και ώρα 12:00 το μεσημέρι, στον κατάλληλα και όμορφα διαμορφωμένο χώρο του 2ου Ορόφου της Λέσχης Κομοτηναίων, στην Κομοτηνή, έγινε η παρουσίαση του τρίτου  βιβλίου (νουβέλα) του Γιώργου Γκόζη «Γκουανό».
Για την όλη παρουσίαση φρόντισαν Οι Εκδόσεις «Πόλις», η εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης», το «Ράδιο Παρατηρητής 94fm», τα βιβλιοπωλεία «Εκλογή», ο Σύλλογος «Φιλοτέχνες Κομοτηνής» και προσωπικά η Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, Φιλόλογος.
Για το βιβλίο μίλησαν :
- Η Σοφία Σουβατζόγλου, Φιλόλογος, με μια περιεκτική και εμπεριστατωμένη εισήγηση, με το νυστέρι, όπως δίκαια επισήμανε ο ίδιος ο Συγγραφέας, την οποία συνόδευσε στο μεγαλύτερο μέρος της με την προβολή βίντεο με δυνατές εικόνες σχετικές με το θέμα του βιβλίου.
- Ο Βασίλειος Δαλκαβούκης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας Εθνολογίας Δ.Π.Θ., με μια εισήγηση χωρίς γραπτό κείμενο, που φώτισε όλες τις πτυχές του βιβλίου και ταυτόχρονα λειτούργησε ως ένα μάθημα προς τους σπουδαστές του για το πώς και με πόσο σεβασμό οφείλουμε να προσεγγίζουμε το πόνημα ενός δημιουργού.
- Την όλη εκδήλωση συντόνισε, με εξαιρετική άνεση και εύστοχες παρεμβάσεις ενδιάμεσα και στο τέλος, η Νατάσσα Βαφειάδου, Δημοσιογράφος.
Όλοι τους συμφώνησαν και έπεισαν ότι το νέο βιβλίο του Γιώργου Γκόζη διαβάζεται απνευστί και αξίζει της ιδιαίτερης προσοχής μας.
Στην εκδήλωση ήταν παρών ο συγγραφέας Γιώργος Γκόζης, που μίλησε για το βιβλίο του και απάντησε με ευγένεια και ευστοχία σε όσες ερωτήσεις τού τέθηκαν.
Το κοινό ήταν πολυπληθές, νεανικό και συμμετοχικό.

Γιώργος Γκόζης

Γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., με μεταπτυχιακό τίτλο στην Εκκλησιαστική Ιστορία, Χριστιανική Γραμματεία, Αρχαιολογία και Τέχνη, και ειδίκευση στην Αγιολογία. Εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας. Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά. Το διήγημά του «Νυχτερινός στο Βάθος» βραβεύτηκε στον διαγωνισμό διηγήματος της Ελευθεροτυπίας 2001.
Κατά καιρούς υπήρξε συνεργάτης των εφημερίδων Αγγελιοφόρος, Μακεδονία και Θεσσαλονίκη. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Επιλογές και Fix Carre.
— Τίτλοι
(2016) Γκουανό, Πόλις
(2002) Ο νυχτερινός στο βάθος, Νεφέλη
— Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2008) Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2002) Δεκατρείς νέοι συγγραφείς, Νεφέλη
(2000) 20+1 ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη

Εισήγηση : Σοφία Σουβατζόγλου, Φιλόλογος

Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε το «Γκουανό». Νουβέλα διαβάζουμε στο εξώφυλλο. Από τη μικρή φόρμα των διηγημάτων, ενδιάμεση γέφυρα για το μυθιστόρημα. Ο κ. Γκόζης προχωρά αργά αλλά σταθερά.
  Στην πραγματικότητα πρόκειται για τέσσερις προφορικές αφηγήσεις – εξομολογήσεις και μία επιστολή, που διαδέχονται η μία την άλλη σε μια προσπάθεια να αρμολογηθούν τα κουρελάκια της μνήμης. Ιστορίες ζωής πέντε διαφορετικών ανθρώπων, τεσσάρων εν ζωή και μιας κεκοιμημένης, δύο αντρών και τριών γυναικών. Όλοι τους είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Ρημαγμένοι από τα χτυπήματα των καιρών τους, ορφανεμένοι διπλά, από τη γενέτειρα αλλά και από τους γεννήτορές τους, ξεριζωμένοι βίαια από την πατρίδα τους, καταπονημένοι, αγωνίζονται να οικοδομήσουν μια ζωή στο «κλεινόν άστυ». Να επαναπροσδιορίσουν και να επαναπροσδιοριστούν. Άνθρωποι από κάθε άκρη του ελληνισμού.
  Η αρχή γίνεται με την Κατερίνα, που στη Μεγάλη Πολιτεία τη φωνάζουν Ελένη. Βλάχικης καταγωγής, από τη Νέβεσκα, το Νυμφαίο δηλαδή, κι από «καλοβαστηγμένη οικογένεια», χάνει νωρίς τον πατέρα της . Δίνει η ίδια κάποια ξέφτια από την ιστορία της και για λεπτομέρειες παραπέμπει στον άντρα της, μια και οι Βλάχες, όπως λέει η ίδια, «τα λόγια τα πολλά τ’ αφήνουν στους άντρες τους».
Ο άντρας της λοιπόν, ο Γκόγκου, ο Γιώργης δηλαδή, είναι επίσης ορφανοπαίδι αλλά και μοναχοπαίδι. «Ομορφόπαιδο και χεροδύναμος». Καρβουνιάρης στο επάγγελμα και επίσης βλάχικης καταγωγής. Κλέβει την Κατερίνα και παντρεύονται στη «Μεγάλη Πολιτεία». Στην αφήγησή του εγκιβωτίζεται η ιστορία ενός κυνηγημένου Εβραίου , του κόκκινου Σάμη, τον οποίο στην Κατοχή κρύβανε στο πατρικό του. ¨Όταν ο Εβραίος επιστρέφει στην Αθήνα, διαπιστώνει πως είναι ο μοναδικός επιζών από την οικογένειά του και ασφυκτιά. «Θυμάμαι», λέει, «και δε μου φτάνει ο αέρας να ανασάνω. Είναι απαραίτητο να κλείσω τους ανοιχτούς λογαριασμούς με τον εαυτό μου. Με την προσωπική μου ιστορία». Αποφασίζει έτσι να επιστρέψει στην Παλαιστίνη, αναζητώντας μια πατρίδα «να τον αποδεχτεί όπως είναι. Χωρίς να θέλει να τον αλλάξει. Χωρίς να θέλει να τον κατασκευάσει, να τον κόψει και να τον ράψει στα μέτρα της». Κλείνω την παρένθεση για τον Σεφαραδίτη και επιστρέφω στην αφήγηση του Γκόγκου, ο οποίος μιλάει «κοφτά, απότομα μα αγαπητικά». Αυτός δίνει αφηγηματική πάσα στη Σταυρούλα.
Η Σταυρούλα γεννήθηκε στον Σπαρμό Ολύμπου, ένα «πανέμορφο χωριό που δεν υπάρχει πια στον χάρτη». Κατά πως λέει η ίδια: «Το καίνε παρέα Γερμανοί ναζί και Ιταλοί φασίστες». Και σε άλλο σημείο: «Ο Σπαρμός σήμερα καίγεται. Καίγεται μέσα μου κάθε μέρα». Αυτή και τα τέσσερα αδέλφια της μεγαλώνουν κι επιβιώνουν «ως στρουθία του ουρανού». Η ίδια καταλήγει στα χέρια ενός πλούσιου θείου που προσφέρεται να τη «σώσει από τη φτώχεια». Ο θείος αποδεικνύεται δωσίλογος, μαυραγορίτης, «πτωματοφάγος και τοκογλύφος». Η Σταυρούλα καταλήγει σε μια μονοκατοικία στην Κηφισιά, σε ένα «χρυσό κλουβί», για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, «χωμένη βαθιά μέσα στον εαυτό της, ξεκομμένη σχεδόν από τη φύση της». Κομμάτια και θρύψαλα μιας ζωής.
Την αφηγηματική σκυτάλη παραλαμβάνει ο Κοσμάς, Καραμανλής, τουρκόφωνος χριστιανός δηλαδή, από το Ιντζέ Σου της Καππαδοκίας. Καμαρώνει για το πιστοποιητικό της χριστιανικής βάφτισής του και αναθυμάται πως «οι Τσέτες τα καίγανε όλα και τους έσπρωχναν έξω από τη γη τους». «Ακόμη και τα τσιγάρα που καπνίζει «Άσσος 22» είναι. Για να μην ξεχάσει». Τη Σμύρνη την είδε έτσι όπως δε θα’ θελε να τη δει κανείς: «Ξεκοιλιασμένοι οι άνθρωποι και τα μαγαζιά και οι μαχαλάδες της». Κι η θάλασσα, «ανοιχτό νεκροταφείο. Σκοτωμένους γεμάτη, νερό δεν είχε, μόνο αίμα πηχτό». Στα αφτιά μου αντηχεί η σπαραξικάρδια φωνή της Τζ. Καρέζη στο «Μεγάλο μας Τσίρκο»: «Όλοι μας πνίγαν και μας σφάζανε μαζί, Εγγλέζοι, Γάλλοι κι Αμερικανοί». Ο Κοσμάς, λίγο πριν μπει στο χειρουργείο, νιώθει επιτακτική την ανάγκη να μιλήσει για τους τρεις σεβντάδες του: το Ιντζέ Σου, το κοριτσάκι που δε γέννησε ποτέ και μάλιστα για χάρη του η δεύτερη γυναίκα του, η Σταυρούλα, και ο «νταλγκάς» του, η Ασπασία, η πρώτη του γυναίκα που έφυγε νέα, στα 24 χρόνια της.
Η Ασπασία είναι αυτή που κλείνει την αφηγηματική σκυταλοδρομία με μια επιστολή από το Επέκεινα προς τον γιο της. Μοναδικές επίγειες μαρτυρίες της ύπαρξής της: το μητρώνυμο στις ταυτότητες των παιδιών της και δύο φωτογραφίες. Νιώθει πως «έθαψαν ζωντανή τη μνήμη της». Πρόσφυγας από την Τυρολόη της Αν. Ρωμυλίας. Η Τυρολόη είχε την ατυχία να βρίσκεται «ανατολικά από το μαχαίρι που έπεσε στη μέση του χάρτη». Γράφει με πικρία αλλά και ευγνωμοσύνη για τον «άγγελο» Κοσμά, καθώς και ανείπωτη τρυφερότητα προς το λατρεμένο αγόρι της που το παρακινεί: «Κι εσύ να θυμάσαι και να μην ξεχνάς».
Και στις πέντε αφηγήσεις υπάρχει ένας αποδέκτης, ένας ακροατής. Ανώνυμος και βουβός. Δεν παίρνει ποτέ τον λόγο, «κατέχει όμως την άλλη σπουδαιότερη τέχνη», όπως το θέτει η Σταυρούλα, την τέχνη «να ακούς τον συνομιλητή σου». Και είναι πιθανότατα αυτός που με την ύπαρξή του, με την παρουσία του, πυροδοτεί την αφηγηματική ανάφλεξη, ενεργοποιεί τις εξομολογήσεις. Άλλωστε σε όλες υπάρχουν εμβόλιμες αποστροφές σε β΄ πρόσωπο, προτροπές, υποδείξεις, προπόσεις. Μάλιστα τα τρία πρώτα πρόσωπα με ιδιαίτερη χαρά κάτι τον τρατάρουν: «Πέτουρα στεγνά» η Κατερίνα, «ξινόμαυρο της πατρίδας» ο Γκόγκου, «καφέ από κριθάρι» η δεύτερη μάνα του, η Σταυρούλα. Στην περίπτωση του Κοσμά οι όροι αντιστρέφονται: ο αποδέκτης είναι αυτός που τον κερνά πορτοκαλάδα «χωρίς αφρό, αυτή που πίνουνε οι άρρωστοι». Όσο για την Ασπασία, αυτή κερνάει το πιο ουσιαστικό: ένα μάθημα ζωής, ένα καταστάλαγμα σοφίας της σύντομης επίγειας ύπαρξής της. Κι ο αποδέκτης κυριολεκτικά ρουφάει τις ιστορίες, καθώς είναι και «μαχητής των γραμμάτων», «τον βασανίζουν τα γράμματα». Όπως λέει χαρακτηριστικά η Κατερίνα «θέλει να κατέχει τις λέξεις. Να τις λύνει και να τις δένει. Να τις κάνει κομμάτια και να τις συναρμολογεί ξανά, αλλά με άλλο τρόπο… Να τις κρατά από το χαλινάρι, όπως οι άντρες του τόπου τους το άλογο από τα γκέμια».
Όλα τα παραπάνω δίνουν ένα έντονο θεατρικό άρωμα στη νουβέλα του κ. Γκόζη. Ο αναγνώστης «βλέπει» τους ήρωες του, τους νιώθει, τους οσμίζεται σχεδόν. Συντελεί σ’ αυτό και η ιδιόλεκτος που τους βάζει να χρησιμοποιούν, τα ιδιωματικά στοιχεία που αναδεικνύουν την ιδιαίτερη καταγωγή του καθενός (νομίζω με ιδιαίτερη επιτυχία στην περίπτωση του Κοσμά), όπως βέβαια και η προφορικότητα του λόγου τους.
Λίγο πριν διαβάσω το βιβλίο, είχαν πέσει στην αντίληψη μου διθυραμβικές κριτικές για την ερμηνεία της Έφης Σταμούλη στο έργο «Σωτηρία με λένε», έναν θεατρικό μονόλογο ουσιαστικά. Καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση της νουβέλας, δεν έπαυα να σκέφτομαι πως το κείμενο, με έναν εμπνευσμένο σκηνοθέτη και ικανούς ηθοποιούς, θα μπορούσε να αποτελέσει έκτακτη πρώτη ύλη για μια εξαιρετική θεατρική παράσταση.
Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει με τις πέντε αφηγήσεις. Ολοκληρώνεται με έναν επίλογο, γραμμένο σε γ΄ πρόσωπο που είναι ίσως ο αποδέκτης των εξομολογήσεων, ο έκτος εν δυνάμει αφηγητής, μια persona του συγγραφέα ενδεχομένως. Φέρει τον τίτλο «Γκουανό» και θα μας λύσει τις απορίες και για τον τίτλο του βιβλίου. Γκουανό λοιπόν «έχει επικρατήσει διεθνώς να ονομάζεται το μείγμα των περιττωμάτων και των πτωμάτων θαλάσσιων πουλιών που έχουν περιέλθει σε αποσύνθεση». Σε μεγάλες ποσότητες υπήρχε κυρίως στις νοτιοαμερικανικές ακτές του Ειρηνικού. Σήμερα με τον όρο γκουανό κυρίως εννοούμε  «τα περιττώματα των νυχτερίδων των σπηλαίων». Γνωστό σε μας από το κοντινό μας σπήλαιο της Μαρώνειας, όπου ξεχειμωνιάζουν τουλάχιστον 11 είδη νυχτερίδας, από τα οποία οκτώ αναπαράγονται κιόλας εκεί. Είναι ίσως το «αρχαιότερο οργανικό λίπασμα του κόσμου» με την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιείται με μέτρο. Διαφορετικά αποβαίνει «επικίνδυνα τοξικό», ικανό «να κατακαύσει» ό, τι θεωρητικά θα ενίσχυε.
Η λέξη επανέρχεται σταθερά, ως ένα είδος επωδού, στις αφηγήσεις των πέντε προσώπων. Ένα είδος φτυσιάς; Ένα υποκατάστατο της άλλης λαϊκής έκφρασης για τα ανθρώπινα περιττώματα; Μια υπόμνηση της σήψης και δυσοσμίας κάθε μορφής; Ένα παραβολικό σχόλιο;
Τη συναντούμε πάντως σε στιγμές που ξεχειλίζει η οδύνη, η πικρία, η αγανάκτηση, που «η μνήμη προκαλεί ασφυξία». Ενδεικτικά αναφέρω από την αφήγηση της Κατερίνας: «Κι έτσι έμεινε χήρα η μάνα μας, να μεγαλώνει μόνη της τρία κορίτσια κι εγώ με τις αδελφές μου ορφανή. Γκουανό». Ο Γκόγκου πάλι διαπιστώνει για τους συγχωριανούς του που δεν τον καταδέχονται γιατί είναι «μαυριδερός και καρβουνιάρης»: «Έτσι κι αλλιώς αυτοί δε μ’ αγαπάνε. Δε θα τους λείψω καθόλου. Δε θα μου λείψουν καθόλου. Γκουανό. Στο διάολο να πάνε». Και η Σταυρούλα : «Ίσως να γινόμουν κι εγώ δασκάλα … αν δε μας προλάβαινε ο πόλεμος και η Κατοχή. Το σπιτικό μας μετά απ΄ αυτά σκόρπισε στους πέντε ανέμους. Γκουανό». Και για τον αδελφό της που χάθηκε από «χέρι αδελφικό»: «Εκεί τον παραμόνεψαν Εκείνοι. Εκεί τον παραμόνεψαν οι Άλλοι, όποιοι κι αν ήταν οι Άλλοι κι όποιοι κι αν ήταν οι Εκείνοι. Εκεί το φάγανε το παλικάρι. Γκουανό». Και για τον μαυραγορίτη θείο: «Μέχρι και χρυσά δόντια τον είδα κάποτε τον θεομπαίχτη να μπεγλερίζει στα χέρια του. Γκουανό». Κι ο Καππαδόκης Κοσμάς: «Από την Τουρκία μας έδιωξαν γιατί ήμασταν Έλληνες. Στην Ελλάδα Τούρκους μας είπανε. Πού; Στην πατρίδα μας! Που γι’ αυτήν όλα τα χάσαμε! Τα πάντα! Ό,τι είχαμε και δεν είχαμε! Άξιζε; Που τη λατρεύαμε χωρίς καν να την έχουμε δει; Την αγάπη μας την πληρώσαμε διπλά. Όχι μισά, διπλά! Πώς γίνεται αυτό, με λες; Μη λες. Δε χρειάζεται. Γκουανό».
Δεν έχει τέλος αυτό το γκουανό. Και δυστυχώς εξακτινώνεται και στη δική μας πραγματικότητα, στο εδώ και στο τώρα: γκουανό εικονολατρικό, «νοθευμένα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης» δηλαδή, που μας εμπλέκουν ύπουλα στον ιστό τους, γκουανό στημένο, ή αλλιώς «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει», γκουανό κάθε μορφής. Μετατρέπει την Ελλάδα σε έναν γκουανοφόρο πίθο των Δαναΐδων, καθημερνά αυξανόμενων διαστάσεων και ολοένα απειλητικότερης τοξικότητας. Ελλαδική μιζέρια, εθνική ασφυξία, διάβρωση και σήψη, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, κοινωνική, ηθική στη ρίζα της.
Όπως και να’ χει ο κ. Γκόζης καταφέρνει σε κάτι λιγότερο από 80 σελίδες να διατρέξει σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα ελληνικής ιστορίας: Μικρασιατική καταστροφή, προσφυγιά, Β΄ Παγκόσμιο, Εμφύλιο, εσωτερική μετανάστευση, με τα μάτια όμως των αφανών ηρώων, των ηττημένων, «των ταπεινών και καταφρονεμένων», των απλών καθημερινών ανθρώπων που ένιωσαν στο πετσί τους τις χαρακιές της Ιστορίας, συχνά με τον πιο βάναυσο κι απάνθρωπο τρόπο. Σε καιρούς ωστόσο που «η αδελφοσύνη» μεταξύ τους «ήταν ανεπανάληπτη όσο και η τραγωδία τους», όπως το θέτει η Σταυρούλα. Που θα μπορούσαν να είναι οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Στο νου μου έρχεται ο ανατολίτης Κοσμάς που σπαρακτικά αναρωτιέται: «Επισκέπτης να μπω στο σπίτι μου γίνεται; Να χτυπήσω την πόρτα να μ’ ανοίξει ο ξένος; Να δω άλλονε μέσα; Το μουσαφίρη νοικοκύρη;» Κι αναρωτιέμαι με τη σειρά μου πόση δύναμη χρειάστηκε ο δικός μου παππούς για να επισκεφτεί προς το τέλος της ζωής του το χωριό του στη Μ. Ασία, την Κέλεμπο. Πόσο σθένος για να φωτογραφηθεί μπροστά στο πατρικό του σπίτι, που στο μεταξύ είχε μετατραπεί σε Αστυνομικό τμήμα της περιοχής.
Βίαιος δάσκαλος ο ξεριζωμός και δυστυχώς ανησυχητικά επίκαιρος. Να χάνεις το σπίτι σου, την παιδική σου ηλικία, ό,τι τέλος πάντων θεωρούσες αληθινά δικό σου. Να ανασυντάσσεσαι, να ανασυγκροτείσαι, να επαναπροσδιορίζεσαι κάθε στιγμή για να επιβιώσεις. Να απαρνιέσαι ακόμη και το όνομά σου. Έτσι και στη νουβέλα η Κατερίνα γίνεται Ελένη, ο Γκόγκου Γιώργης και ο Σαρήκοσμας Σεκερίογλου Κοσμάς Νικολαϊδης.
Και το Αιγαίο να παραμένει ένα «ανοιχτό νεκροταφείο», τότε και τώρα. Πληγή από φρικτό μαχαίρι. Σαν κι αυτή που αιμορραγεί στο εξώφυλλο του βιβλίου, έργο του εικαστικού Β. Βασιλακάκη. Μια πληγή που χάσκει αιώνες τώρα. Το αίμα της εμποτίζει το βαμβάκι, υπερχειλίζει και βάφει κατακόκκινη την κολλητική ταινία. Ένα αιματοβαμμένο Χ σε ολόμαυρο φόντο. Δεν κλείνουν εύκολα οι πληγές. Συχνά κακοφορμίζουν. Καμιά φορά σπάνε την κρούστα και ξεμυτίζουν «τα καλά κρυμμένα μυστικά από το σεντούκι της μνήμης». Κι αυτό είναι ίσως που «μας σώζει και μας διασώζει». «Η μνήμη αντί της λήθης». Θα τελειώσω αντιστρέφοντας την τελευταία φράση του βιβλίου: με την ευχή κάποτε «η καταλλαγή, η μακροθυμία, ίνα πάντες εν ώσιν» να γίνουν πολύ γνωστές, οικείες λέξεις και φράσεις «στις σελίδες του κοινού μας βιβλίου της ζωής».
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.Φωτογραφίες

Βίντεο (μικρά αποσπάσματα)

Δημοσιεύθηκε στο

http://timelinealex.blogspot.mk/2017/04/blog-post.html