Παναγιώτης Γούτας στην Bookpress

Σε αρκετές περιπτώσεις το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι ιδιαίτερα θελκτικό και αγαπητό, τόσο από το κοινό και την κριτική όσο και από τους υπόλοιπους συγγραφείς, που εκτίμησαν το ταλέντο του συναδέλφου τους. Αυτό δεν σημαίνει πως αυτό το πρώτο βιβλίο είναι κατ’ ανάγκην και το καλύτερο, όμως δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει η απήχηση, η πρώτη ζωηρή εντύπωση, το μέλλον του συγγραφέα που προδιαγράφεται λαμπρό μέσα απ’ την πρώτη λογοτεχνική του κατάθεση. Με απασχόλησε το θέμα εδώ και καιρό, και, ψάχνοντας μιαν εξήγηση, μια δικαιολογία γι’ αυτές τις υπαρκτές περιπτώσεις, αναρωτιέμαι γιατί στεκόμαστε τόσο πολύ στο πρώτο βιβλίο των λογοτεχνών; Να παίζουν ρόλο οι αγνές προθέσεις του συγγραφέα που μπαίνει στον λογοτεχνικό στίβο αχάλαστος κι αυθεντικός; Μήπως οι προσδοκίες που δημιουργεί ένα πρώτο καλό βιβλίο λειτουργούν δραστικά στη δημιουργημένη από όλους εικόνα του; Η αναγνωστική έκπληξη που προξενεί το πρώτο καλό βιβλίο μήπως είναι καταλυτική, κι ας πρόκειται για ημιτελή προσπάθεια ή για πρωτόλειο κείμενο; Η έλλειψη συγγραφικών στερεοτύπων και συγγραφικής –ας μου επιτραπεί η λέξη– καπατσοσύνης, που θα αποκτηθούν συν τω χρόνω από τον δημιουργό, παίζουν άραγε κι αυτά τον ρόλο τους; Μήπως όλα τα παραπάνω μαζί συνηγορούν τελικώς ώστε το πρώτο βιβλίο κάποιων συγγραφέων να φαντάζει τόσο σπουδαίο;

Όπως και να έχει, το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Γκόζη “Ο νυχτερινός στο βάθος” (Νεφέλη, 2002), που περιλαμβάνει μερικά εξαιρετικά διηγήματα (και κάποια υποδεέστερα), είναι αυτό που λέμε «ο πρώτος ανθός» της διηγηματογραφικής αλλά και της συγγραφικής εν γένει πορείας του. Ακόμη κι αν ο συγγραφέας μετέπειτα ελίχτηκε, εξελίχτηκε κι ωρίμασε συγγραφικά, αυτή η πρώτη του συλλογή θα λάμπει, θα ευωδιάζει και θα συγκινεί τους αναγνώστες του (ελπίζω και τον ίδιο) μ’ έναν ξεχωριστό και μοναδικό τρόπο.

«Ο νυχτερινός στο βάθος» και άλλα διηγήματα

Το σχετικά σύντομο (μόλις 123 σελίδων) αυτό βιβλίο περιλαμβάνει ένδεκα μικρά (μερικά πιο εκτενή) καλογραμμένα διηγήματα, κάποια ενδεικτικά της διηγηματογραφικής στόφας του συγγραφέα. Τα εννέα απ’ αυτά, προτού ενταχθούν στη συλλογή, είχαν δημοσιευτεί προηγουμένως σε περιοδικά κι εφημερίδες.

Ας δούμε κάπως συνοπτικά το περιεχόμενο αυτών των ιστοριών του Γκόζη. Στο ομότιλο με τη συλλογή διήγημα ένας πυροτεχνουργός του ελληνικού στρατού προσπαθεί ν’ απενεργοποιήσει ένα ύποπτο χαρτόκουτο, και κατά τη διάρκεια της εναγώνιας διαδικασίας της εξουδετέρωσης του ύποπτου στόχου έρχονται στον νου του σημαντικές σκηνές της ζωής του. Ο τίτλος της ιστορίας ειρωνικός, δένει με την αγωνία και το άγχος του πυροτεχνουργού («Ο νυχτερινός στο βάθος»).

Στο «Κατάφωτη σύναξις» ένα πανηγύρι στο τουριστικό νησί της Θήρας, σε ναό του Προφήτη Ηλία, μεταρσιώνει το εκκλησίασμα. Εδώ ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας εκκλησιαστική-μοναστική ορολογία μάς φανερώνει τους άρρηκτους δεσμούς του με την πίστη και την παράδοση.Ακολουθεί «Η κόντρα», το μεγαλύτερο σε έκταση διήγημα της συλλογής. Ο Χάρης το πουλί, ένας μηχανόβιος από την Άνω Πόλη, κατηφορίζει ένα πρωί με τη μηχανή του στην παραλία. Λίγο πριν τη Νέα Παραλία συναντά έναν παλιό του φίλο, μηχανόβιο, που είχε γίνει αστυνομικός. Τον αναγνώρισε από την ουλή-παράσημο στο πρόσωπο από ένα παλιό του ατύχημα με μηχανή. Ο αστυνομικός προκαλεί τον Χάρη για μία κόντρα μέχρι το Μεγάλο Καραμπουρνάκι, όπου νικά ο Χάρης. Η κόντρα αυτή θαρρείς ξανανιώνει τους δύο άντρες, οδηγώντας τους σε κάποιου βαθμού αυτογνωσία. Ωραίο διήγημα, ίσως μαζί με το πρώτο τα καλύτερα της συλλογής, με αδρή απεικόνιση της Άνω Πόλης, λογοτεχνική αποτύπωση της εγκάρσιας γραμμής Δικαστήρια-Μεγάλο Καραμπουρνάκι, διανθισμένη συχνά με ιστορικές αναφορές για δρόμους και κτήρια της πόλης, και πειστική αναφορικά με το πάθος των μηχανόβιων για κόντρες, πάθος, που, κατά τα φαινόμενα, είναι γνώριμο στον συγγραφέα.

Το «Ο σεισμός, η αλάνα και το καλοκαίρι» είναι ένα έντονα αυτοβιογραφικό κείμενο –παραπέμπει στον Γιώργο Ιωάννου– που περιγράφει τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978 και τις επιπτώσεις που είχε αυτός στις συνήθειες των ανθρώπων της. Παράλληλα, όμως, είναι και ένα κείμενο ενηλικίωσης του ήρωα-αφηγητή.

Στο «Ευχαριστώ και ανταποδίδω» έχουμε την αγαπητική αντιπαροχή, ως ελάχιστο αντίδωρο φιλαδελφίας, από τον συγγραφέα σ’ έναν ραδιοπειρατή της πόλης.

Το «Έλα με την καλή, κουμπάρε» είναι ένα διήγημα για τον Τσουκάνταλη, «μια φυσιογνωμία χωρίς παρελθόν», που εμφανίστηκε σε γειτονιά της Θεσσαλονίκης μετά τον σεισμό του ’78, κι ο οποίος δεχόταν επί πληρωμή φάπες στον σβέρκο.

Ακολουθεί ένα σκαμπαρδώνειου ύφους διήγημα, το «Η Δόξα στη διαλογή», για ν’ ακολουθήσει «Ο ντουζλαμάς», στο οποίο δύο φίλοι Μικρασιάτες, ένας δάσκαλος κι ένας τσαγκάρης, τρώνε κάθε Κυριακή, μετά τον αγώνα του ΠΑΟΚ, ντουζλαμά (χοντροκομμένο πατσά) σε μαγαζί της πόλης, σχολιάζοντας και συζητώντας για τα κατορθώματα της αγαπημένης τους ομάδας.

Το «Η Πύλη 14» είναι ένα διήγημα αφιερωμένο στον πατέρα του συγγραφέα που ήταν εκτελωνιστής, και στο «Εικοσιοχτώ η τσιπούρα» ένας ιχθυοπώλης λαϊκής αγοράς, που ισχυρίζεται πως σπούδασε Πολιτικές επιστήμες στο Βέλγιο, κλέβει στο ζύγι τον αφηγητή, που αγοράζει τσιπούρες.

Τέλος το «Κορέα», ένα διήγημα γραμμένο με πρωτόπυπο αφηγηματικό τρόπο, αναφέρεται σε έναν νέο της πόλης που σκοτώθηκε στον πόλεμο της Κορέας – σαρκασμός, πίκρα και σύσταση, εκ μέρους του συγγραφέα, για συναδέλφωση των μονίμως διχασμένων Ελλήνων.

Αιχμή του δόρατος της γραφής, η μικρή φόρμα

Ο Γιώργος Γκόζης πριν από περίπου είκοσι χρόνια, μ’ αυτό του το βιβλίο, έκανε εντυπωσιακή είσοδο στα Γράμματα, αποσπώντας πλείστα θετικά σχόλια από την κριτική και τον Τύπο. Η συλλογή Ο νυχτερινός στο βάθος έλαβε πέντε προτιμήσεις από τα μέλη της κριτικής επιτροπής στη μικρή λίστα του περιοδικού «Διαβάζω» για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα το 2002. Η στρωτή γραφή του Γκόζη έκανε τον Περικλή Σφυρίδη να τον κατατάξει στους νεότερους πεζογράφους που καλλιεργούν τη νεορεαλισιτκή πρόζα που λάνσαραν οι πεζογράφοι της «Διαγωνίου» και την Ελισάβετ Κοτζιά να τον συμπεριλάβει ενδεικτικά στους εκφραστές του γεωγραφικού στίγματος της Θεσσαλονίκης, σ’ ένα κείμενό της που ωστόσο έχει αρκετές παραλείψεις.

Ο Γκόζης στη γραφή του συγγενεύει τόσο με τον Ιωάννου και τον Σκαμπαρδώνη, αλλά και με άλλους βιωματικούς (έως και αυτοβιογραφικούς) πεζογράφους της Θεσσαλονίκης. Μπορεί και περιγράφει δυνατά και με συναίσθημα τόσο τις γραφικότητες της Άνω Πόλης κι ένα πανηγύρι αγίου στη Σαντορίνη, όσο και το πάθος ενός μηχανόβιου για κόντρες. Σε αρκετά σημεία του βιβλίου αναγνώρισα, ως πεζογραφική μεταφορά, το ποίημα του Χριστιανόπουλου «Κατατρέχουν τη γραφικότητα», που φαίνεται πως –όπως και το ζήτημα της αντιπαροχής που ισοπέδωσε αισθητικά την πόλη– απασχόλησαν τον συγγραφέα, κυρίως αναφορικά με την αλλοτρίωση και το χάλασμα «διά της προόδου» των ανθρώπων της. Επίσης συχνά θα συναντήσουμε θεολογικού τύπου διδάγματα κι αγαπητικού τύπου προσεγγίσεις της πραγματικότητας – απόρροια προφανώς των θεολογικών σπουδών του συγγραφέα.

Ο Γκόζης, μετά από αυτήν την έκδοση, έκανε δώδεκα ολόκληρα χρόνια να ξαναβγάλει βιβλίο (πάλι με διηγήματα), δίνοντάς μου την αφορμή να τον χαρακτηρίσω σε παλιότερο κείμενό μου ως «λογοτέχνη-κομήτη της δεκαετίας». Στη συνέχεια, ακολουθώντας τη συγγραφική πεπατημένη, οδηγήθηκε στη νουβέλα (Γκουανό, Πόλις, 2016) και εσχάτως στο μυθιστόρημα (Θραύση Κρυστάλλων, Ποταμός, 2020).

Η πορεία του φανερώνει εξέλιξη, ευελιξία, συγγραφικό ψάξιμο, ακόμη και συγγραφική ωρίμανση. Πιστεύω όμως πως η αιχμή του δόρατος της γραφής του εξακολουθεί να παραμένει η μικρή φόρμα και πως το Ο νυχτερινός στο βάθος εξακολουθεί να χαράσσει και να προσδιορίζει το πεζογραφικό του στίγμα, δίχως αυτό να είναι μειωτικό της μετέπειτα αξιόλογης λογοτεχνικής πορείας του.


1. Περικλής Σφυρίδης, ΠΑΡΑΦΥΑΔΕΣ ΙΙ, κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 1999-2008, Καστανιώτης, 2008, (σελ.. 251)
2. Eφ. Καθημερινή, στήλη ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ, «Εντοπιότητα και λογοτεχνία», τχ. 22/5/2011
3. Παναγιώτης Γούτας, Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011), Νησίδες, 2011, (σελ. 29)

Ο Παναγιώτης Γούτας είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τελευταίο βιβλίο του, η συλλογή με διηγήματα «Η εγγύτητα των πραγμάτων» (εκδ. Νησίδες).

Πρώτη δημοσίευση στι 22 Ιανουαρίου 2022 στην Bookpress.
Η φωτογραφία από τον Τύπο της εποχής για τον μεγάλο σεισμό του 1978 στη Θεσσαλονίκη.